Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΟΧΕΣ



Γράφει ο Τσιαμήτρος Ιωάννης

(Χοροδιδάσκαλος παραδοσιακών χορών)


ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Σε αυτό το σημείωμα παραθέτουμε περιληπτικά αλλά ουσιαστικά στοιχεία για τους Ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς κατά περιοχές. Το θέμα είναι τεράστιο, όμως μια τέτοια σύντομη προσέγγιση μπορεί να βοηθήσει όσους ενδιαφέρονται για τον χορό μας και να ευαισθητοποιήσει και άλλους. Είναι τόσο μεγάλος ο πλούτος, η ποικιλία, η πολυμορφία και η ομορφιά των χορών μας που θα ήταν κρίμα να χαθούν και να ξεχαστούν. Τα στοιχεία αντλήθηκαν από την προσωπική μας εμπειρία και την βιβλιογραφία.

1 ΗΠΕΙΡΟΣ

Η Ήπειρος είναι μια ορεινή και άγονη περιοχή με ψυχρό κλίμα. Η μουσική της έχει αργό και ραψωδικό χαρακτήρα, συναντάμε επίσης τα μοναδικά πολυφωνικά τραγούδια και ξεχωριστή θέση έχουν τα καθιστικά, μοιρολόγια και σκάροι. Η μουσικοχορευτική παράδοση της Ηπείρου προσδιορίζεται με τρεις μεγάλες ενότητες. Η πρώτη με κέντρο τα Γιάννενα επεκτείνεται στις επαρχίες Κουρέντων, Ζαγορίου, Πωγωνίου και Ν. Θεσπρωτίας, η δεύτερη στον ορεινό όγκο της οροσειράς της Πίνδου των Βλαχόφωνων και η τρίτη στους Ν. Άρτας και Πρέβεζας. Οι χοροί της Ηπείρου χαρακτηρίζονται από κίνηση αργή, δυναμική και μεγαλοπρεπής κατά την οποία τονίζονται η ευθυτενής κορμοστασιά και υπογραμμίζεται το βαρύ πάτημα. Οι βασικότεροι χοροί είναι οι χοροί στα τρία, στα δύο, οι ζαγορίσιοι, οι συγκαθιστοί, το μπεράτι, οι τσάμικοι, εννεάσημοι χοροί (φυσσούνι, ελενάκι κ.λ.π.) κ.α.

2 ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Η Μακεδονία είναι μία από τις μεγαλύτερες περιοχές της Ελλάδας και παρουσιάζει πλούσιο χορευτικό ρεπερτόριο. Στους χορούς της Μακεδονίας μπορεί να συναντήσει κανείς πολλούς ρυθμούς και έναν απαράμιλλο δυναμισμό. Όπως και στη Θράκη, η Μακεδονία θεωρείται πηγή λατρευτικών εθίμων με αρχαία καταγωγή. Θα μπορούσαμε να την χωρίσουμε γεωγραφικά σε τρεις κατηγορίες: στην Ανατολική, την Κεντρική και την Δυτική Μακεδονία.

Η Κεντροδυτική Μακεδονία έχει από τη μια μεριά τους ορεινούς όγκους του Ολύμπου, των Χασίων, των Πιερίων, της Πίνδου που μοιάζουν με το Θεσσαλοηπειρωτικό ύφος και από την άλλη τις πεδινές, αστικές περιοχές της Πιερίας, του Ρουμλουκιού, της Βέροιας, της Νάουσας, της Κοζάνης, της Σιάτιστας, της Καστοριάς και της Φλώρινας με καθαρά τοπικό χαρακτήρα. Έχουμε μια μεγάλη γκάμα χορών.

Στους ορεινούς όγκους συναντάμε χορούς στα δύο, στα τρία, Μπεράτικους, στρωτούς, τσάμικους, βλάχικους συγκαθιστούς, τρανούς χορούς κ.α. Ενώ στον κάμπο συναντάμε χορούς τύπου γκάιντας, αστικούς χορούς, χασαπιές, καλαματιανούς, Στάγκαινες, Πατρώνες, Μπαϊτούσκες, Καρσιλαμάδες σε 9 χρόνους (11 κ.λ.π.), Λεβέντικους της Φλώρινας, χορούς της Νάουσας (Νιζάμικος, Παπαδιά κ.λ.π.), του Ρουμλουκιού (Μαρία κλπ.), της Γουμένισσας (Λισσάβω, Μπέλλα Ολυμπία κλπ.), της Χαλκιδικής (Καγγελευτός κ.λ.π.) ξεχωριστούς χορούς όπως η Κόρη Ελένη, η Πουσετνίτσα, το Ράικο, κ.λ.π.

Η Ανατολική Μακεδονία συναγωνίζεται σε μουσικοχορευτική παράδοση τις δύο υπόλοιπες περιοχές με το ίδιο περίπου ρεπερτόριο χορών. Ξεχωρίζουν οι Σεραίικες, Γκάιντες, οι Μπαϊτούσκες οι χοροί της Δράμας (Τέσκα, Ράμνα κλπ.), τα Βλάχικα Σερρών (Χατζηστέργιος, Αντίπερα κ.λ.π.), οι χασαπιές, οι Σαρακατσάνικοι ( στα τρία, κάτσα κ.λ.π.), καρσιλαμάδες και κυκλικοί χοροί (Ορμανλί, Καμπάνα μωρε Μήτρο) σε 9 χρόνους.

3 ΘΡΑΚΗ

Ολόκληρη η περιοχή της Θράκης αποτελούσε μια πανάρχαια θρησκευτική και μουσική κοιτίδα ελληνικού πολιτισμού και αρχαίων ελληνικών εθίμων.

Διακρίνεται σε τρεις ενότητες: α)Βόρεια β)Δυτική γ)Ανατολική.

Οι χοροί της Βόρειας είναι πιο γρήγοροι από τους χορούς της Δυτικής και μοιάζουν μεταξύ τους αρκετά, ενώ οι χοροί της Ανατολικής Θράκης μοιάζουν με τους πολίτικους και μικρασιάτικους.

Τους χορούς που συναντά κανείς στη Θράκη γενικά είναι οι Ταπεινοί, οι γίκνες, οι μπαϊτούσκες, τα ζωναράδικα, οι κουσευτοί, οι κουτσοί, οι συγκαθιστοί, οι συρτο-συγκαθιστοί, οι μαντηλάτοι, οι καλαματιανοί, οι ξέσυρτοι, Ντάχτιλι(Δυτική Θράκη), οι χασαπιές, οι καρσιλαμάδες, πολίτικοι συρτοί (Ανατ. Θράκη),και ξεχωριστοί χοροί όπως ο Μπογδάνος, ο μηλίσσος, ο Σφαρλής, στις τρεις, τροΐρω, ποδαράκι, ο ζερβός κ.α. της Ανατ. Ρωμυλίας κ.λ.π. (μαζί βέβαια με τους χορούς της Δυτικής Θράκης).

4 ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Για τους περισσότερους Έλληνες η ιστορική περιοχή της Θεσσαλίας, όπου διαπιστώνεται η παρουσία του ανθρώπου από την παλαιολιθική εποχή, είναι συνυφασμένη με τον θεσσαλικό κάμπο που απλώνεται περιβαλλόμενος από πανύψηλα βουνά. Η Θεσσαλία συνορεύει με τη Ρούμελη, την Ήπειρο, τη Δυτ. Μακεδονία, βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος και συγγενεύει μουσικοχορευτικά με τις περιοχές αυτές. Από τον ορεινό όγκο των θεσσαλικών Αγράφων κατάγονται οι Σαρακατσάνοι, λαός ημινομαδικός και ποιμενικός με χαρακτηριστικούς κλέφτικους χορούς όπως η Λιάκαινα, ο κατσάδικος, ο σταυρωτός, ο Κατσαντώνης, Εχ μωρέ κ.λ.π. Στην περιοχή της Αργιθέας χαρακτηριστικός είναι ο κλειστός (μορφή αργού τσάμικου). Η Θεσσαλία είναι ένα χωνευτήρι από πολλές πολιτισμικές ομάδες, (Βλάχοι,Σαρακατσάνοι, πρόσφυγες Ανατ. Ρωμυλίας, Καππαδοκίας). Προς το Πήλιο έχουμε χορούς με νησιώτικο χαρακτήρα (μπάλλοι, συρτοί, χασάπικα) και διάφορους τοπικούς χορούς (Γεωργαλάκης, της γαλανής το φόρεμα , ήρθαν τα καράβια τα Ζαγοριανά, κ.λ.π.), ενώ οι χοροί του Θεσσαλικού κάμπου είναι συρτοί, καλαματιανοί, στα τρία, στα δύο (Καραγκούνα-Σβαρνιάρα) σκόρπια Μπεράτια, πασχαλιάτικοι (Τάϊ-Τάϊ), Συγκαθιστοί οκτώ χρόνων κ.ά.

5 ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

Η περιοχή αυτή παραμένει μέχρι σήμερα από τις «ελληνικότερες» περιοχές. Η λέξη δε Ρούμελη χαρακτηρίζει την αναγνώριση της ελληνικότητας του χώρου της. Όπως και στην Ήπειρο έτσι κι εδώ έχουμε τραγούδια ιστορικά και κλέφτικα. Κυρίαρχοι χοροί είναι οι τσάμικοι, οι συρτοί (καλαματιανοί) στα τρία, τα καγγέλια, πασχαλιάτικοι τραγουδιστοί χοροί, οι Μεγαρίτικοι χοροί (χορός της τράτας, λαμπρή καμάρα, Λουδοβίκος κ.λ.π.) όπου συναντά κανείς στοιχεία στεριανής και νησιώτικης Ελλάδας και εθιμο-θρησκευτικοί μεσολογγίτικοι χοροί ( Πατινάδα Αησυμιώτικη, ραχτ, χορός του πεθαμένου κ.λ.π.)

6 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

Η Πελοπόννησος είναι ένα κομμάτι της Ελλάδας με τεράστια ιστορική παράδοση. Παρουσιάζει μια αντιφατική πολιτιστική πραγματικότητα η οποία εκτείνεται από την συντηρητικότητα μερικών απομονωμένων περιοχών της μέχρι τον άκρο εκσυγχρονισμό της (ιδιαίτερα των μεγάλων παραλιακών κέντρων της) και χαρακτηρίζεται έτσι από μια ευκολότερη εγκατάλειψη ή απλούστευση των διάφορων μορφών λαϊκού πολιτισμού. Εξαίρεση αποτελούν οι περιοχές της Τσακωνιάς, της Μάνης όπου διατηρούνται εθιμικά στοιχεία παλιότερου πολιτισμού (Μανιάτικο μοιρολόι, τσακώνικη διάλεκτος). Τα κλέφτικα, τα ιστορικά τραγούδια και της τάβλας αφθονούν, ενώ οι χοροί που συναντούμε είναι κατεξοχήν ο καλαματιανός, στα τρία, ο τσάμικος, ο τσακώνικος και εθιμικοί χοροί όπως ο χορός του ΑηΓιώργη από τη Νεστάνη της Αρκαδίας.

7 ΝΗΣΙΩΤΙΚΟ ΑΙΓΑΙΟ

Σε γενικές γραμμές στο νησιώτικο Αιγαίο διακρίνονται δύο πολιτιστικές ζώνες. Η μία περιλαμβάνει τα νησιά του Θρακικού Πελάγους και Ανατολικού Αιγαίου, όπου παρατηρείται έκδηλη η επίδραση της Ανατολής και η άλλη τα Δωδεκάνησα και τις Κυκλάδες με εμφανή την επίδραση της Δύσης. Υπάρχουν επίσης δύο νησιώτικες υποενότητες, αυτές των Σποράδων και των νησιών του Αργοσαρωνικού. Η απαρχή της μουσικοχορευτικής ιστορίας του Αιγαίου χάνεται στην Αρχαιότητα (ελληνική μυθολογία πλούσια σε μουσική ζωή, η γέννηση του Απόλλωνα κ.λ.π.). Οι χοροί φέρουν χαρακτηριστικά το «πάντρεμα» Ανατολής-Δύσης και τοπικού ιδιώματος. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Αιγαιοπελαγίτικου χαρακτήρα είναι η «ελαφράδα» των κινήσεων, το «σουστάρισμα» στα γόνατα και τα χαμηλά πηδήματα των χορευτών. Υπάρχει πολύ μεγάλη ποικιλία χορών όπου κυριαρχούν δύο σχήματα 1) του Συρτού και Μπάλλου και 2) στα Τρία σε αργό και γρήγορο ρυθμό. Στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου έχουμε Καρσιλαμάδες και Ζεϊμπέκικα, τοπικούς χορούς (Πυργούσικος, τρίπατος κ.λ.π.) στο Θρακικό πέλαγος τοπικούς χορούς (Γιαρ γιαρ, Τσομπάνικος, Πλατανίσιος, Κεχαγιάδικος, Πάτμα κ.λ.π.) στα Δωδεκάνησα ο σιγανός, ο ίσιος, η σούστα και ο ζερβός, στις Κυκλάδες οι συρτοί και οι μπάλοι, Βλάχα Νάξου κ.λ.π., και στις Σποράδες οι συρτοί, οι μπάλοι, τοπικοί χοροί (Καμάρα κ.λ.π.)όπως και στα νησιά του Αργοσαρωνικού.

8 ΚΡΗΤΗ

Η Κρήτη είναι το μεγαλύτερο νησί στην Ελλάδα και η γεωγραφική της θέση την χαρακτηρίζει ως ένα από τα αρχαιότερα κέντρα του Ευρωπαϊκού Ελληνισμού. Ο Κρητομινωικός πολιτισμός (προϊστορία) υπήρξε για τους Έλληνες η αφετηρία της εξέλιξής τους. Ο χορός από τα πανάρχαια χρόνια (πολεμικοί χοροί των Κουρητών) έχει μπει βαθιά στη ζωή του Κρητικού ο οποίος χορεύοντας δείχνει την αντρειοσύνη του και την παλικαριά του. Στην Κρητική μουσική χαρακτηριστικά είναι τα ριζίτικα τραγούδια και οι μαντινάδες. Οι κρητικοί χοροί διακρίνονται από τις ιδιαίτερα χαρακτηριστικές κινήσεις του σώματος («τα πάσα του κορμιού», τις «κοκκαλιές», τα «τσακίσματα», τα «τσαλίμια») δηλαδή τις προσωπικές φιγούρες του πρωτοχορευτή.

Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός χορών όπως είναι ο Απανωμερίτης, το μικρό μικράκι, ο Λαζιώτης, ο Κουτσαμπαδιανός, ο Αγκαλιαστός, ο Ζερβόδεξος κ.ά. οι οποίοι με το πέρασμα του χρόνου περιορίστηκαν και έτσι έχουμε σήμερα 4 βασικούς χορούς όπως ο Συρτός(Χανιώτικος), το Πεντοζάλη, ο Μαλεβιζιώτης(Καστρινός - πηδηχτός) και η Σούστα.

9 ΚΥΠΡΟΣ

Όπως και η Κρήτη, η Κύπρος είναι ένα μεγάλο νησί και βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών Ηπείρων(Ασίας, Ευρώπης, Αφρικής) και είναι σαφές ότι υπήρξε ένας πομπός και δέκτης τεράστιας μουσικοχορευτικής παράδοσης από την αρχαιότητα (νεολιθική εποχή) και με βασικό στοιχείο ότι διατήρησε την ελληνική γλώσσα. Η λαϊκή μουσική της Κύπρου στηρίζεται στις τροπικές κλίμακες της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, στις Βυζαντινές, εκκλησιαστικές μελωδίες και στη μουσική τεχνοτροπία γειτόνων λαών της Ανατολής και της Μεσογείου.

Οι Κυπριακοί χοροί είναι κυρίως αντικριστοί (με αυτοσχεδιασμούς), που τους χορεύουν δύο άτομα( μόνο άντρες ή γυναίκες) και ατομικοί χοροί δεξιοτεχνίας στους άντρες που χορεύουν σε συνδυασμό με κάποιο εξάρτημα (δρεπάνι, κόσκινο, ποτήρι κ.λ.π.). Οι χοροί συνήθως αρχίζουν με τις σουίτες των αντικριστών χορών που αποτελούνται από τον 1ο, 2ο, 3ο, 4ο αντικριστό και 5ο ή Μπάλλο. Έχουμε επίσης συρτούς χορούς, ζεϊμπέκια, τσιφτετέλια, η μάντρα, το λέχικο, ο αραπιάς κ.λ.π.

10 ΕΠΤΑΝΗΣΑ


Τα Επτάνησα λόγω της θέσης και των ιστορικών συγκυριών (ενετική κατάκτηση κ.λ.π.) παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο χρώμα, επιρροές από τη δύση την Ήπειρο, τη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου. Ξεχωριστή θέση έχουν οι καντάδες(είναι πολυφωνικά της καθημερινής ζωής όπου η ποιητική δεν προέρχεται από το λαϊκό τραγούδι αλλά από τη λόγια ποίηση). Κυρίαρχος χορός σε όλα τα νησιά είναι ο Συρτός (Διβαράτικος, Καραβίτικος) και κατά νησί έχουμε τους χορούς: Κέρκυρα (Ρούγα, Αηγιώργης, Κορακιανίτικος κλπ.), Κεφαλονιά(Μέρμηγκας, Μανέτας κ.λ.π.), Λευκάδα(Μηλιά,ο Γιάννης ο Μαραθιανός, Θιακός, κ.λ.π.), Ζάκυνθος (Λεβαντίνικος, Σταυρωτός, κ.λ.π.), Κύθηρα (Γέρανος, Μπουρδάρης, Τσιριγώτικος, κ.λ.π.)

11 ΠΑΡΑΛΙΑ Μ. ΑΣΙΑΣ

Οι ρίζες των τραγουδιών των παραλίων της Μ. Ασίας πρέπει να ανιχνευθούν στον αρχαίο ιωνικό μουσικό τρόπο όπου πρωτοαντήχησε η επτάχορδη κιθάρα και ο βάρβιτος πριν 2700 χρόνια και ο εννεάσημος ρυθμός των μικρασιάτικων τραγουδιών βρίσκεται στα χορικά μέρη τραγωδιών του Αισχύλου, Ευριπίδη και ποιήματα της Σαπφούς, Αλκαίου και Πίνδαρου.

Οι μικρασιάτικοι χοροί είναι πιο κοντά στον Νεοέλληνα γιατί τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά κατ’ επέκταση προέρχονται από τη μουσική αυτή ,ιδιαίτερα της Σμύρνης. Το ρεμπέτικο τραγούδι ήταν η μουσική έκφραση των φτωχότερων και περιθωριακών τάξεων και μετά την καταστροφή του 22 επεκτάθηκε και στις φτωχότερες τάξεις των μεγάλων αστικών κέντρων της Ελλάδας. Στους χορούς των παραλίων της Μ. Ασίας έχουμε την οικογένεια 1) των συρτών, μπάλλων ή συρτομπάλλων, 2) των χασάπικων, 3) των καρσιλαμάδων και των ζεμπέκικων των 9 χρόνων. (Οι καρσιλαμάδες χορεύονται αντικριστά και τα ζεμπέκικα χορεύονται από ένα χορευτή συνήθως).

12 ΠΟΝΤΟΣ

Περιοχή κατά μήκος των ακτών του Ευξείνου Πόντου με έντονες αρχαίες καταβολές. Όπως όλοι οι πρόσφυγες ήρθαν στην Ελλάδα το 1922 με την ανταλλαγή των πληθυσμών (συνθήκη Λοζάννης). Η ειδική γεωγραφική θέση του Πόντου δικαιολογούν το έντονα ιδιόμορφο στυλ της μουσικής του. Χαρακτηριστικά στο στυλ είναι ο ταχύτατος και πολυπλοκότατος ρυθμός και η ιδιόμορφη χορευτική κίνηση. Οι ποντιακοί χοροί παρουσιάζουν δυσκολία στην εκμάθησή τους(τρέμουλο, άνισοι χρόνοι κ.λ.π.) και χαρακτηρίζονται από την κάθετη κίνηση του κορμιού, την υπερβολικά γρήγορη ρυθμική αγωγή, την πλήρη συμμετοχή όλων των χορευτών, την απουσία του πρωτοχορευτή, τις γρήγορες εναλλασσόμενες χορευτικές κινήσεις και την ενεργητική συμμετοχή όλων των μερών του σώματος. Χορευτικά ο Πόντος δεν είναι ενιαίος (Ανατολικός, Δυτικός, περιοχή Καρς). Πρωτεύουσα θέση στο σημερινό ρεπερτόριο έχουν τα διάφορα τικ, τα ομάλ και το κότσαρι. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία χορών και τώρα τελευταία έχει γίνει σπουδαία έρευνα των χορών στον Πόντο και διδάσκονται τώρα στους συλλόγους χοροί ξεχασμένοι στην πρωταρχική τους μορφή. Άλλοι σπουδαίοι χοροί είναι η Σερανίτσα, η Σέρρα (Πυρίχειος χορός) τα μαχαίρια, η Πατούλα, η Λετσίνα, η Τρυγώνα, το Κοτσαγκέλ κ.ά.


13 ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ

Η Καππαδοκία είναι μια γεωγραφική περιφέρεια στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Οι ορθόδοξες ελληνικές μειονότητες της Καππαδοκίας καταγράφονται σε 6 βασικές περιφέρειες: Καισαρείας, Προκοπίου, Νεάπολης, Ακσεράι, Νίγδης και Ν. Ανατολικής Καππαδοκίας (Φάρασα). Οι Έλληνες της Καππαδοκίας ζώντας αιώνες ανάμεσα σε αλλοεθνείς, αλλόγλωσσους και αλλόθρησκους κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη χριστιανική τους πίστη και την εθνική τους συνείδηση. Σημαντικοί παράγοντες στο γεγονός αυτό υπήρξαν η εκκλησία και η παράδοση η οποία συνδέεται άμεσα με τις θρησκευτικές γιορτές. Δεν είναι τυχαία και η σύνδεση ορισμένων χορών με τις θρησκευτικές γιορτές. Χαρακτηριστικός είναι ο χορός του Αγίου Βασιλείου από τα Φάρασα. Άλλοι χοροί είναι το Αντίπασχα χορός της Αυγίτσας, χορός των μαντηλιών, των κουταλιών, ζεϊμπέκικοι με μαχαίρια, αντικριστοί κ.λ.π.

Ο ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΓΑΜΟΣ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ



Γράφει ο Χρήστος Ζάλιος


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΧΟΡΟΣ τ. 91, Ιανουάριος- Φεβρουάριος 2007


Γάμος στη Νάουσα το 1900

Όταν πήγαιναν στο σπίτι του για να ορίσουν ποιοι θα είναι οι σταυροπατέρες και οι σταυρομάνες, (νιόπαντρα αντρόγυνα) οι καλεστάδες και τα μπρατίμια (ανύπαντροι φίλοι του γαμπρού) που θα βοηθού­σαν σε όλες τις ετοιμασίες του γάμου. Τη Δευτέρα έρχο­νται στο σπίτι του γαμπρού οι συγγενείς και οι φίλοι με σι­τάρι και ζαχαρωτά, για τα κοσκινίδια.

Την Τετάρτη πριν το γάμο γινόταν η Ικνά. Ετοίμαζαν και έστελναν σε ένα κανέστρι δώρα από το γαμπρό στη νύφη. Περιείχε πουκάμισα, τη φούντα, το μπόγο, την τσίπα, δώρα για τον πεθερό, την πεθερά και τους κουνιάδους. Στο κανέ­στρι εκτός από τα δώρα έβαζαν και μια οκά ικνά (κόκκινη σκόνη που έβαφαν τα νύχια). Ακόμη είχε μέσα γλυκά, καλα-μποζάχαρη, κουφέτα, αμύγδαλα, σαπούνι και δώρα για όλη την οικογένεια. Το κανέστρι της ικνάς το πήγαιναν και το έφερναν δυο αγόρια και ένα κορίτσι. Οταν έφτανε το κανέ­στρι με τα δώρα του γαμπρού στο σπίτι της νύφης, αφού έβλεπαν τα δώρα το γέμιζαν με δώρα για το γαμπρό και το έστελναν στο σπίτι του. Τα μικρά που πήγαιναν και έφερναν τα δώρα, τα συνόδευε η μουσική. Και εδώ η παρουσία της μουσικής ήταν απαραίτητη, καθώς και ο χορός και τα τρα­γούδια. Στου γαμπρού το ίδιο βράδυ έχουμε την προετοιμα­σία του ψωμιού, τα «προζύμια».

Την Πέμπτη καλούσαν κόσμο στο σπίτι της νύφης όπου είχαν τα «διπλώματα», γινόταν το ξεδίπλωμα, άπλωμα και δίπλωμα της προίκας. Ξεδίπλωναν και αράδιαζαν στο μεγά­λο δωμάτιο την προίκα για να τη δει ο κόσμος: πανικά, σαλ-ταμάρκες, κισμίρια, χράμια, ζηλιά, φλοκάτες, φουστάνια, κοσμήματα. Ολοι θαύμαζαν και επαινούσαν. Επαιρναν όρ­γανα και χόρευαν. Την ημέρα χόρευαν οι γυναίκες και το βράδυ τα αγόρια και τα κορίτσια. Την Πέμπτη αργά το βράδυ όταν τελείωνε ο χορός γινόταν και η ικνά.

Την Παρασκευή το πρωί ξεκινούσαν από το σπίτι του γα­μπρού οι καλεστάδες για να καλέσουν τον κόσμο του γάμου με τους καβαλαρούς (μικρά κουλίκια), αργότερα με προσκλητήρια. Οσοι ήταν προσκαλεσμένοι με «σοφράν», δηλα­δή καλεσμένοι και στο τραπέζι του γάμου, έστελναν δώρα. Κάποιοι έστελναν αρνιά στολισμένα με λουλούδια, μήλα και πορτοκάλια. Οι καλεστάδες φορούσαν γιλέκο, άσπρο που­κάμισο, σιαλιβάρι, ζωνάρι και άσπρο μαντήλι στον ώμο. Τους συνόδευε πάντα η μουσική και το ρακί. Οι καλεστάδες, που συνήθως ήταν νέοι ανύπαντροι, σε κάθε σπίτι έστηναν χορό με τους σπιτικούς.

Την Παρασκευή το βράδυ μετά το γιόμα γίνονταν και το τίμημα της προίκας. Ερχονταν από το γαμπρό και κατάγρα-φαν πόσο κάνει το ένα και πόσο κάνει το άλλο από την προί­κα της νύφης. Μετά από αυτό άρχιζε πάλι ο χορός με βιολιά και κεράσματα.

Το Σάββατο γινόταν και το ξύρισμα του γαμπρού. Μα­ζεύονταν οι φίλοι και τα ξαδέρφια του γαμπρού και ο κουρέ­ας ξύριζε το γαμπρό με τα όργανα να παίζουν μουσική. Με­τά το ξύρισμα έντυναν το γαμπρό, πάλι με μουσική και τους φίλους του να τραγουδούν:


Σαν την άσπρη πέτρα

νά' σαι πάντα γερός

και η ζωή σας χαρούμενη και καθάρια

ας κυλά σαν το νερό του ρυακιού.


Το ντύσιμο ξεκινούσε όταν ο γαμπρός ανέβαινε στο τα­βάνι του ανωγιού, κρεμιόταν από τα δοκάρια γυμνός και προσπαθούσε να πέσει μέσα στο συντρόφι που κρατούσαν από κάτω ανοιχτό δύο μπαρατίμια. Αν δεν τα κατάφερνε με την πρώτη φορά ξαναπροσπαθούσε.

Την ίδια ώρα στο σπίτι της νύφης έχουμε τα πλεξίδια. Οι φιλενάδες της νύφης τη χτένιζαν και της έκαναν δύο πλε­ξούδες στα μαλλιά τραγουδώντας:


Τη νύφη μας την είχαμε στη γλάστρα λουλουδάκι

και τώρα τη χαρίσαμε σ' ένα παλικαράκι.

Γαμπρέ μας καλορίζικι, σι κάνουμι μιμέτι

ν'αφήνεις τη νυφούλα μας νά'ρχιτι να μας βλέπει.


Στη συνέχεια ντυνόταν η νύφη με τη βοήθεια γυναικών του σπιτιού. Τα μπρατίμια και οι καλεστάδες ετοίμαζαν την «κόχη» στο σπίτι του γαμπρού, στο καλό δωμάτιο ή στο ανώγι. Στην κόχη κρεμούσαν ένα καλό ζιλί που το στόλιζαν με λουλούδια ή δάφνες βαρακομένες. Εκεί θα στέκονταν ο γαμπρός και η νύφη μετά τα στέφανα έως αργά.

Την προίκα την έπαιρναν το Σάββατο όταν τελείωνε το άλλαγμα του γαμπρού. Οταν άρχιζε να σουρουπώνει πήγαι­ναν οι φίλοι και οι συγγενείς του γαμπρού μαζί με τους κα­λεστάδες, με συνοδεία μουσικής και με μερικά άλογα στο σπίτι της νύφης για να πάρουν την προίκα. Αφού χόρευαν μερικούς χορούς φόρτωναν τα σεντούκια με την προίκα στα άλογα και ξεκινούσαν με τα όργανα να παίζουν το εμβατή­ριο της προίκας. Στο δρόμο οι καλεστάδες κρατούσαν μεγά­λα φανάρια που τα έβαζαν μετά στα δωμάτια του σπιτιού για να φωτίζονται καλύτερα. Οταν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού αυτός δώριζε στα μικρά παιδιά που συνόδευαν την προίκα.

Μετά το πάρσιμο της προίκας ξεκινούσαν από το σπίτι του γαμπρού για να πάρουν το νουνό και στη συνέχεια τη νύφη. Ο γαμπρός με τη μουσική τους συγγενείς του, τους καλεστάδες και όλους τους χαριώτες (όλους όσους συμμε­τείχαν στη χαρά) πήγαιναν να πάρουν το νουνό, ενώ οι γο­νείς του γαμπρού έμεναν στο σπίτι. Οταν ο γαμπρός έφτανε στο σπίτι του νονού τον χαιρετούσε, φιλούσε το χέρι του και ξεκινούσαν για να πάρουν τη νύφη. Ενα παιδί έπαιρνε το φλάμπουρο, ένα άλλο έναν κεντημένο σταυρό, άλλο παιδί το κανέστρι με τα κουφέτα και τα μπρούτζινα στέφανα που είχαν φροντίσει να πάρουν από την εκκλησία. Ακολουθούσαν οι μουσικοί και οι καλεστάδες που έφεγγαν με τις λάμπες τους στενούς δρόμους.

Ο νουνός αγόραζε τα στέφανα, τις δύο λαμπάδες κι ένα ύφασμα για φου­στάνι της νύφης. Ακόμη έστελνε ένα άσπρο άλογο στολισμένο για να καβαλι­κέψει η νύφη. Πολλές φορές ο νουνός έστελνε κι ένα κριάρι (ζυγούρι) με βαμ­μένη κόκκινη την πλάτη και δυο μήλα ή πορτοκάλια βαρακομένα καρφωμένα στα κέρατα του. Ενα μικρό παιδί κουβα­λούσε ένα μεγάλο ασημένιο δίσκο με δύο λαβές, που είχε πάνω του τα στέφα­να και κουφέτα. Μπροστά πήγαινε το φλάμπουρο, ακολουθούσε το παιδί με το δίσκο με τα στέφανα, και παραπίσω ο νουνός, τα όργανα οι συγγενείς και όλοι οι χαριώτες. Τελευταίος ακολουθούσε ο γαμπρός μαζί με τους φίλους του.

Οταν έφταναν στο σπίτι της νύφης χαμήλωναν το φλά­μπουρο κι αυτή το προσκυνούσε τρεις φορές. Το γαμπρό όσο βρισκόταν στο σπίτι της νύφης τον έκρυβαν στο κελάρι ή στο αχούρι για να μη δει τη νύφη πριν το στεφάνωμα. Στη σκάλα έδωναν στη νύφη ένα ψωμί ή μια λειτουργία για να την τσακίσει στα δύο. Σταύρωνε τα χέρια της και το κομμάτι από το δεξί χέρι το έδινε στους συγγενείς του γαμπρού, ενώ αυτό από το αριστερό χέρι στους δικούς της. Κατόπιν η νύφη χαιρετούσε φιλώντας το χέρι των γονιών της, των συγγενών, των γειτόνων ακόμη και των μικρών παιδιών που παρευρίσκονταν. Λίγο πριν την εξώπορτα έκανε πολύ αργά το σταυρό της ενώ τα όργανα έπαιζαν ένα πολύ λυπητερό σκοπό του αποχωρισμού.

Μετά ο νουνός την ανέβαζε σ' ένα κάτασπρο άλογο που είχαν στολίσει τα γκέμια του με μαντήλια, ίτριες και λου­λούδια, το κρατούσαν δε δύο καλεστάδες. Τη νύφη την έπαιρναν όταν άρχιζε να νυχτώνει. Ολη η πομπή με το φλά­μπουρο, το κριάρι, το δίσκο με τα στέφανα, τους οργανοπαί­χτες, το άλογο με τη νύφη, το νουνό, τους συγγενείς του γαμπρού και της νύφης και τους χαριώτες, ξεκινούσε για το σπίτι του γαμπρού όπου θα γίνονταν τα στέφανα. Ο γα­μπρός ερχότανε τελευταίος παρέα με τους φίλους του για να μη δει ακόμα τη νύφη. Οι οργανοπαίχτες έπαιζαν ένα εμ­βατήριο κατά τη μεταφορά της νύφης. Οταν η νύφη έφτανε στο σπίτι του γαμπρού, πριν κατεβεί από το άλογο δώριζε μαντήλια στα αδέρφια του γαμπρού, τελευταία δώριζε στον πεθερό της, του φιλούσε το χέρι κι αυτός την κατέβαζε από το άλογο. Η νύφη έμπαινε στο σπίτι με το δεξί πόδι. Στο κε-φαλόσκαλο τη δεχόταν η πεθερά της με ένα δίσκο με δύο μισογεμάτα ποτήρια κρασί κι ένα πλαστό ψωμί. Επινε λίγο κρασί από κάθε ένα ποτήρι κι αφού τσάκιζε το ψωμί στα δύο το μοίραζε. Στη συνέχεια ανέβαινε στο σπίτι και μέχρι να έρθει ο παπάς για το στεφάνωμα κρυβόταν μαζί με τις φιλε­νάδες της στην κόχη που της είχαν ετοιμάσει.

Μετά το στεφάνωμα και το χαιρέτισμα από τον κόσμο, ο γαμπρός και η νύφη στέκονταν στην κόχη. Οταν γινόταν γλέντι στο σπίτι οι σοφράδες στρώνονταν στα δωμάτια και μόνο στο ανώγι έμενε τόπος για χορό. Οταν στρώνονταν τα τραπέζια άρχιζαν να παίζουν οι μουσικοί. Εδώ τα όργανα που χρησιμοποιούσαν ήταν βιολί, ούτι, κλαρίνο, λαούτο, νταϊρές και αργότερα το ακορντεόν. Από τους καλεσμένους ακούγονταν ευχές για το ζευγάρι και για το νουνό:


Μαργαριτάρι ου γαμπρός κι μάλαμα η νύφη

κι όποιους τους ιστεφάνουσι χίλια χρόνια να ζήσει


Ο νουνός ήταν αυτός που είχε το πρόσταγμα στο γλέντι. Οριζε ποιος και με ποια θα χορέψει, τι χορό και πότε. Χωρίς την άδεια του δε χόρευε κανείς. Συνήθως σήκωνε δυό, τρία, ή και τέσσερα ζευγάρια ανάλογα με το χώρο που υπήρχε στο ανώγι του σπιτιού. Ετσι αποφεύγονταν οι παρεξηγήσεις στο γλέντι. Προς τα ξημερώματα η νύφη δωρίζει στο νουνό, στους σταυροπατέρες και τους καλεστάδες πουκάμισα και μεταξωτά μαντήλια. Στη συνέχεια αφού φιλήσει το χέρι του νουνού, για πρώτη φορά από την έναρξη του γαμήλιου γλε­ντιού επιτρέπεται να χορέψει. Η νύφη με το γαμπρό να τη συνοδεύει, χορεύει με καμάρι και μεγαλοπρέπεια τον αργό συρτό της νύφης. Το γλέντι κρατούσε μέχρι το ξημέρωμα της Κυριακής. Τότε αφού τραγουδούσαν το:


Αιντε παιδιά να φύγουμε, προτού μας βαρεθούνε

της γειτονιάς οι όμορφες θέλουν να κοιμηθούνε.


Επαιρναν τα όργανα και με πατινάδα πή­γαιναν το νουνό στο σπίτι του, όπου τους περίμεναν συνήθως στρωμένα τραπέζια και συνεχιζόταν το γλέντι όλη τη μέρα. Μετά το γάμο, το Σάββατο το βράδυ η νύφη, ο γα­μπρός με τους γονείς του και μερικούς στε­νούς συγγενείς πήγαιναν στα πιστρόφια, στο πατρικό της νύφης, πολλές φορές συνο­δευμένοι από βιολιά και γινόταν πάλι γλέντι.



Βιβλιογραφία

Ζάλιου-Μπασιακούλη, Ευγενία: Περί γάμου και άλ­λων τινών. Ιούνιος 2005.

Λύκειο των Ελληνίδων Βέροιας: Ημαθία Ερτεινή. Βέροια, 2003.

Μπάϊτσης, Τάκης: Ο κύκλος της ζωής και το δημο­τικό τραγούδι της Νάουσας. Νάουσα, 2003.

Μπλιάτκα, Ανθούλα: Ανέκδοτες σημειώσεις. Νάου­σα.

Σαμαρά, Θάλεια: Στου Βερμίου την αντάρα.

Σπάρτσης, Νικόλαος: Αντέτχια στη Νάουσα. Νάου­σα, 2003.

Συνέντευξη με τον Αλέκο Χωνό στις 15/01/2004.

Φωνή Ναούσης, 04/02/1968.


Χρήστος Ζάλιος

Καθηγητής Φυσ.Αγωγής

Νάουσα


ΟΙ ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΓΑΜΟΥ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ


Ζάλιος Χρήστος, «Οι χοροί και τα τραγούδια του μακεδονικού γάμου στα χωριά της Νάουσας στις αρχές του 20ου αιώνα», περιοδικό Παράδοση και τέχνη, τ.86, σελ. 23-24, Μάρτιος-Απρίλιος 2006.


Γάμος στο Αγγελοχώρι της Νάουσας το 1934. Γλέντι στο σπίτι του γαμπρού, πριν πάνε να πάρουν τη νύφη. Στο χορό είναι πιασμένες ελεύθερες κοπέλες και πίσω τους τα «μπρατίμια» περιμένουν πάνω στα άλογα το γαμπρό για να ξεκινήσουν.


Στις αρχές του 20ου αιώνα, πριν τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και την έλευση των ποντίων, στα χωριά του κάμπου της Νάουσας, οι ντόπιοι κάτοικοι διατηρούσαν πολύ ζωντανά τα δικά τους ήθη και έθιμα. Στην παρουσίαση αυτή θα ασχοληθώ περιληπτικά με τα έθιμα του γάμου, τους χορούς και τα τραγούδια τους.

Ο γάμος στα χωριά της Νάουσας είχε πολλές προετοιμασίες και ξεκινούσε μία βδομάδα πριν από τη στέψη του ζευγαριού. Την πρώτη Κυριακή έφτιαχναν το προζύμι, για να ζυμώσουν τη Δευτέρα τα κουλουράκια (κουλάτσε). Στο αλεύρι της προζύμης έριχναν μέσα λεφτά (κέρματα) και έβαζαν μερικά παιδιά να τα πάρουν με το στόμα μέσα από το αλεύρι. Κατά την προσπάθειά τους, οι μεγαλύτεροι που ήταν γύρω-γύρω, τους βουτούσαν τα κεφάλια μέσα στο αλεύρι. Με το διασκεδαστικό αυτό έθιμο ξεκινούσαν οι ετοιμασίες του γάμου.

Την Τετάρτη στο σπίτι του γαμπρού ζυμώνανε δύο κουλούρια, ένα για τον κουμπάρο και ένα για τη νύφη και καλούσαν τον κουμπάρο με τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Το απόγευμα της Παρασκευής οι φίλοι του γαμπρού με ρακί και κρασί και με την συνοδεία οργάνων καλούσαν όλο το χωριό στο γάμο. Το Σάββατο ζυμώνανε κι έψηναν στους φούρνους ψωμιά. Οι άντρες έσφαζαν 5 με 10 πρόβατα ανάλογα με τους καλεσμένους και κατά το μεσημέρι ετοίμαζαν μεγάλα καζάνια για να μαγειρέψουν το βράδυ.

Πριν βασιλέψει ο ήλιος έφταναν οι οργανοπαίχτες που έπαιζαν μόνο στο σπίτι του γαμπρού. Συνήθως ήταν μια ζυγιά από ζουρνάδες και νταούλι ή χάλκινα από τη Νάουσα ή την Έδεσσα, εάν οι οικογένειες του ζευγαριού ήταν ευκατάστατες. Ένα τραπέζι με μεζέδες και γλυκά, ήταν προορισμένο για τους οργανοπαίχτες οι οποίοι πριν καθίσουν στο τραπέζι τους, έπαιζαν διαδοχικά τρεις χορούς. Ο πρώτος χορός άρχιζε με ένα μικρό αγόρι (όχι ορφανό) που κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί στο οποίο είχε δεμένο ένα ασημικό με κόκκινη κλωστή και λουλούδια γύρω από το στόμιο. Το παιδί χορεύοντας ράντιζε με το κρασί το έδαφος.

Ορισμένα από τα τραγούδια που έλεγαν κατά τη διάρκεια του γάμου στην τοπική διάλεκτο (σε ελεύθερη απόδοση) είναι: «Άϊντε και θα πάμε σε καινούργιο χωριό, Φύγε - φύγε να φύγουμε, Σήκω Στάνω σήκω κόρη μου, Σταγόνα, σταγόνα, Στον ύπνο μου ήρθε ένα κορίτσι, Τα μαλλιά της Δήμητρας, Μην πας Σουλτάνα, Όμορφη Μπουγιάννα, Οι κόκορες λαλούν, Εφτά χρόνια μάνα, Άπλωνε η Μαρία όμορφο ύφασμα, Τρία χρόνια αγαπιόμαστε, Ποιος χτυπά αγαπημένη μάνα την πόρτα μας».

Κατά τις 9-10 το βράδυ του Σαββάτου που ήταν συγκεντρωμένοι οι περισσότεροι χωριανοί και γλεντούσαν, πήγαιναν όλοι οι φίλοι του γαμπρού (πουμπράτιμε) για να πάρουν τον κουμπάρο. Οι φίλοι του γαμπρού πήγαιναν στου κουμπάρου με τα όργανα, τραγουδώντας και χορεύοντας, με ρακί, μεζέδες και σταφίδες. Εκεί ο κουμπάρος κερνούσε όλους τους καλεστάδες και αφού χόρευαν μερικούς χορούς ή τραγουδούσαν επιτραπέζιους σκοπούς, πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. Στο σπίτι του ο γαμπρός, ο πατέρας του, η μητέρα του, καθώς και όλο του το σόι, καλωσόριζαν τον κουμπάρο φιλώντας του το χέρι άσχετα αν ήταν μικρότερός τους και του έκαναν το τραπέζι.

Την Κυριακή το πρωί στο σπίτι του γαμπρού αρχίζει το γνωστό έθιμο του ξυρίσματος του γαμπρού. Τα όργανα παίζουν την Γκουβάνα (λυπητερό σκοπό) και ο κόσμος που βρίσκεται εκεί συγγενείς και φίλοι κάνουν δώρα στο γαμπρό. Τα μπρατίμια, μαζί με τον γαμπρό άνοιγαν τον χορό και στη συνέχεια χόρευε η οικογένειά του, γονείς, αδέρφια και όλοι οι συγγενείς. Στο μεταξύ τα μπρατίμια, ετοιμάζουν 2 άσπρα άλογα, στο ένα από αυτά που θα ανεβεί η νύφη, στρώνουν άσπρα σεντόνια και τοποθετούν κι ένα λευκό μαξιλάρι.

Αφού ο γαμπρός ξυριζόταν από τον κουρέα στην αυλή, έπαιρνε τη συγχώρεση από τον πατέρα του και στη συνέχεια τον οδηγούσαν σε ένα δωμάτιο του σπιτιού για να τον ντύσουν. Μόλις ντυνόταν ο γαμπρός έβγαινε στην πόρτα του σπιτιού του και πρώτα φιλούσε το χέρι του κουμπάρου, έπειτα των γονιών του και στη συνέχεια όλων των συγγενών. Τα άλογα που είχαν οι φίλοι του, ήταν όλα στολισμένα με καινούργιες σέλες και κιλίμια, τρεις δε από αυτούς είχαν δεμένα άσπρα μαντήλια με ένα κουλούρι και ένα παγούρι με κρασί. Το άλογο του γαμπρού το κρατούσε ένα μικρό παιδί από το χαλινάρι και πριν ξεκινήσει ο γαμπρός, έσπαζε πάνω στο κεφάλι του, το κουλούρι στα δύο, το δεξί κομμάτι το έδινε μπροστά και το αριστερό πίσω.

Πήγαιναν λοιπόν, όλοι μαζί στη νύφη για να την πάρουν και να την πάνε στην εκκλησία. Όταν η νύφη έβγαινε στο κατώφλι του σπιτιού της, τα όργανα έπαιζαν ένα λυπητερό σκοπό την Γκουβάνα. Έκανε αργά και με κλάματα 3 φορές το σταυρό της, έπειτα έσπαγε ένα καρβέλι στα δύο και το μισό το έδινε πίσω, για την παλιά της ζωή και το άλλο μισό μπροστά της, για την καινούργια ζωή που άρχιζε. Στη συνέχεια αποχαιρετούσε τους συγγενείς της. Φιλούσε το χέρι όλων των περευρισκομένων, ακόμα και των μικρών παιδιών και δεχόταν αγκαλιές, φιλιά και φλουριά που τα καρφίτσωναν στην τραχηλιά της.

Στη συνέχεια η νύφη ανεβαίνει στο άλογο που είναι στολισμένο και με τη συνοδεία μουσικής φτάνουν όλοι μπροστά στην εκκλησία. Εκεί ο γαμπρός δίνει στην νύφη να κρατήσει ένα μικρό αγοράκι, το οποίο φιλάει σταυρωτά. Όταν τελείωνε η στέψη, με τα όργανα και όλο τον κόσμο που τους συνόδευε, πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. Η νύφη μόλις έφτανε μπρος στη σκάλα του σπιτιού κατέβαινε από το άλογο με τη βοήθεια του πεθερού της, δώριζε στον πεθερό και την πεθερά της και αυτοί της έδιναν να πιει κρασί. Έμπαινε στο σπίτι με το δεξί πόδι και έπειτα, με μια κανάτα κρασί, κερνούσε όλους όσους θα έμπαιναν στο σπίτι. Αφού ξεκουραζόταν λιγάκι, η πεθερά της, της έδινε να δαγκώσει ένα λουκούμι για να είναι γλυκιά, αφού πρώτα την παίδευε τραβώντας το μπρος – πίσω. Μετά, κατέβαινε στην αυλή και χόρευε με το σόι του γαμπρού.

Οι χοροί που χορευόταν σχεδόν σε όλα τα χωριά του κάμπου της Νάουσας ήταν : Συρτοί χοροί (σε ρυθμό 7/8 και 11/16). Γκάϊντα (σε ρυθμό 2/4), χορεύονταν από τους άντρες πιασμένους από τους ώμους, στην αρχή αργά και μετά γρήγορα, καταλήγοντας σε αυτοσχεδιασμούς του πρώτου χορευτή. Μάρενα (σε ρυθμό 11/16), χορευόταν σε ξεχωριστούς ομόκεντρους κύκλους από τους άντρες και τις γυναίκες. Πολλές φορές οι ηλικιωμένες σχημάτιζαν και τρίτο κύκλο. Ο χορός στην αρχή είναι αργός (με βαριά πατήματα όπως τον αναφέρουν κάποιοι παλιοί) και στη συνέχεια γίνεται γρήγορος και ενθουσιώδης. Στάνκενα (σε ρυθμό 11/16), έχει συγκεκριμένο τραγούδι, το οποίο συναντούμε σε πολλές παραλλαγές γρήγορες και αργές. Στην αργή εκδοχή του χορεύεται όπως και η Μάρενα, ενώ στη γρήγορη ως συρτός. Ράϊκο κοκοράϊκο (σε ρυθμό 2/4), εύθυμος χορός και πολύ αγαπητός σε όλα τα χωριά της περιοχής. Γιαντσίτσκα (σε ρυθμό 7/8), ιδιαίτερος χορός ως προς το ύφος, που χορεύονταν κυρίως στην Επισκοπή και τη Μαρίνα. Μακεδονία ξακουστή (σε ρυθμό 2/4), ο γνωστός χορός που διαδόθηκε στην εκπαίδευση στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα και μετέπειτα. Τσουράπια (σε ρυθμό 9/8), εύθυμος χορός που από τα στιχάκια με τα οποία χορευόταν δείχνει να είναι παιδικός. Πόποβα κέρκα (παπαδοκόρη, σε ρυθμό 2/4). Μπαϊτούσκα (σε ρυθμό 2/4), σε παραλλαγή Μακεδονίτικη. Καρατζόβα, (σε ρυθμό 2/4), αργός γυναικείος χορός που στο τέλος γίνεται γρήγορος. Ζαβλιτσένα (σε ρυθμό 7/8), χορός που έχει την ίδια μελωδία με το χορό 45 της Νάουσας, αλλά διαφορετικά βήματα και ύφος. Πουσιντνίτσα, (σε ρυθμό 15/16) χορός της Έδεσσας πολύ αγαπητός και στα χωριά του κάμπου της Νάουσας. Αέρας να φυσήξει, (βέταρ ντα πουντούϊνε, σε ρυθμό 11/16), σκοπός που χορευόταν είτε ως Συρτός είτε ως μια παραλλαγή της Μάρενας. Πατρούνινο (σε ρυθμό 11/16). Τικφέσκο ή Τικφέσκινο (σε ρυθμό 2/4). Σίρε, σίρε (σε ρυθμό 7/8). Οι οξυές ανθίζουν (σε ρυθμό 11/16). Νιζάμικος (Νιζάμσκι σε ρυθμό 2/4)), χορός διαφορετικός από της Νάουσας.

Μετά την στέψη γινόταν γλέντι στο σπίτι του γαμπρού που διαρκούσε όλη τη νύχτα και προς το ξημέρωμα οι νεόνυμφοι ξεπροβοδούσαν τον κουμπάρο και τους συγγενείς της νύφης φιλώντας τους το χέρι.

Οι πληροφορίες προέρχονται από επιτόπια έρευνα του Χρήστου Ζάλιου στα χωριά της Νάουσας.



[1] Τα χωριά του κάμπου της Νάουσας στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν : Λευκάδια (Γκολισιάνι), Κοπανός (Άνω Κοπανός), Χαρίεσσα (Κάτω Κοπανός), Μαρίνα (Τσαρμορίνοβο), Επισκοπή, Πολυπλάτανος (Βοδενιώτικη Βέτσιστα), Αγγελοχώρι (Βέτσιστα), Ζερβοχώρι, Μονόσπιτα, Στενήμαχος (Χωροπάνι), Πολλά νερά (Φέτιστα). Σήμερα τα περισσότερα από αυτά τα χωριά ανήκουν στους Καποδιστριακούς Δήμους, Ανθεμίων και Ειρηνούπολης.

ΜΠΟΥΛΕΣ ΝΑΟΥΣΑΣ



Γράφει ο Χρήστος Ζάλιος

Δημοσιεύτηκε στο Λαό Βέροιας σε δύο συνέχειες, την Κυριακή 11/2/2007 και το επόμενο Σαββατοκύριακο 17-18/2/2007.


Το έθιμο

Οι Μπούλες είναι παλαιότατο αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας. Δύσκολα μπορούμε σήμερα να βρούμε τις ρίζες του, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Όμως όλα τα στοιχεία του μας οδηγούν σε παλαιούς χρόνους.

Στο αποκριάτικο αυτό έθιμό μας, έχει δοθεί πολύ πετυχημένα ο ορισμός χορευτικό δρώμενο, γιατί η δράση των ανθρώπων που συμμετέχουν στην τέλεσή του είναι δράση χορευτική και χωρίς αυτήν η τέλεση του εθίμου είναι αδύνατη.

Τα κυριότερα στοιχεία του εθίμου που μας μεταφέρονται από μία πολύ αυστηρή προφορική παράδοση είναι:

  • Η συγκρότη­ση του μπουλουκιού, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή και τήρηση ορισμένων κανόνων τέλεσης του εθίμου για συμμετοχή σ' αυτό.
  • Το φύλο των τελεστών είναι μόνο νέοι άνδρες
  • Τη γυναικεία μορφή (νύφη-μπούλα) την υποδύεται πάντα άνδρας.
  • Η ένδυση, η μεταμφίεση και η συμπεριφορά των τελεστών διέπονται από πατροπαράδοτους κανόνες.
  • Τα μουσικά όργανα, οι χοροί, το δρομολόγιο, είναι προκαθορισμένα από το τελετουργικό, που ακολουθείται αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.

Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και πιθανότατα έχει σχέση με τελετές φυλετικής μύησης όπως η τελετή ενηλικίωσης κατά την οποία ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπανδρους άντρες της φυλής, θα μυηθεί με τη σειρά του στα μυστικά της, θα αποβάλλει τη γυναικεία ενδυμασία και θα μεταμορφωθεί σε άνδρας.

Σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στη μακραίωνη ιστορία του το έθιμο μεταπλάθει και παράλλη­λα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του, την τοπική παράδοση, τους μύ­θους, τους θρύλους, τα τραγούδια και τους ηρωικούς αγώνες της Νάουσας.

Οι τελεστές ήταν και είναι πάντα νέοι άνδρες. Ο αριθμός τους τα παλαιότερα χρόνια φαίνεται να ήταν από έξι μέχρι δώδεκα, ενώ σήμερα μπορεί να συμμετέ­χουν και περισσότεροι. Στο μπουλούκι, από πολύ παλιά έπαιρναν μέρος και μικρά αγόρια.

Η Αμφίεση

Παλαιότερα, όσοι ήθελαν να γίνουν Μπούλες άρχιζαν να μαζεύουν τα ρούχα και τα ασημικά τρεις μήνες νωρίτερα. Τα ρούχα της Μπούλας ήταν και είναι πανάκριβα, γι' αυτό οι τελεστές του εθίμου όταν μπορού­σανε, έραβαν ένα δύο κομμάτια και τα άλλα τα παίρνανε από πα­λιές Μπούλες που δε ντύνονταν.

Όσον αφορά τα ασήμια (που πολλές φορές ήταν σπάνια οικογενειακά κειμήλια), αλυσίδες και τοκάδες για κάτω από τη μέση τα παίρνανε από τους Ναουσαίους, τα υπόλοιπα, τα ψι­λά ασημικά πού βάζανε πάνω από τη μέση και στην πλάτη, από τα χωριά του Ρουμλουκιού. Ασήμια, νοίκιαζαν πολλές φορές και από την εκκλησία του Αγιαντώνη στη Βέροια. Το πρώτο ντύσιμο των τελεστών ξεκινούσε την παραμονή της Κυριακής της Από­κρεω. Παλαιότερα άρχιζαν από το βράδυ του Σαββάτου, γιατί όλα τα ασήμια ράβονταν ένα-ένα επάνω στα ρούχα της Μπούλας. Σήμερα όμως το ντύσιμο αρχίζει νωρίς την Κυριακή της Απόκρεω, γιατί ο μεγάλος όγκος των ασημιών είναι ήδη έτοιμος, ραμμένος πάνω σε ένα γιλέκο ειδικά κατα­σκευασμένο για την περίσταση. Τελευταίος θα φορεθεί ο πρόσωπος με το ταράμπουλο. Ειδικοί τεχνίτες έχουν φτιάξει το περίπλοκο κεφαλοδέσιμο που πρέπει να είναι πολύ καλά δεμένο, για να αντέξει στις μεγάλες διαδρομές και στους πολλούς χορούς που απαιτεί το έθιμο.


Τα ρούχα πού αποτελούν το ντύσιμο της Μπούλας είναι:

Το μπινιβρέκι, μακρύ ανδρικό εσώρουχο μέχρι τον αστράγαλο που δένει με υφασμάτινο κορδόνι.

Οι μπέτσφις, άσπρες κάλτσες που φτάνουν από το μηρό μέχρι τον αστράγαλο και φοριούνται πάνω από το μπινιβρέκι. Γιά νά στε­ρεωθούν οι μπέτσφις παλιά βάζανε ένα λουρί στη μέση. Οι μπέτσφις είχαν δύο κορδόνια πού δένονταν σ’ αυτό το λουρί της μέσης για να μη πέφτουν.

Οι βουδέτες, μαύρες υφασμάτινες ταινίες που συγκρα­τούν τις κάλτσες (με φούντα στην άκρη τους) και δένονται κάτω από το γόνατο στις μπέτσφις.

Η κοντέλα, πουκάμισο με πολύ φαρδιά μανίκια, κεντημένο στο στήθος, στο γιακά και στην άκρη των μανικιών με μεταξωτή κλωστή σε σχέδιο ψαροκόκαλου.

Η φουστανέλα, είναι το βασικότερο κομμάτι στη στολή της Μπούλας. Είναι κοντή αρματωλική, φθάνει 4-5 δάχτυλα πάνω από το γόνατο και έχει 300 ως 400 λαγκιόλια (πιέτες), σε αντίθεση με αυτήν της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος που φθάνει 15-20 εκ. κάτω απ' το γόνατο και έχει λίγα λαγκιόλια.

Το πισλί είναι ένα είδος γιλέ­κου που φοριέται πάνω από το πουκάμισο, φτιαγμένο από βελούδινο ή μάλλινο ύφασμα. Είναι κεντημένο με γαϊτάνια, τιρτίρια και καρμάδες (είδη βελονιάς με χρυσοκλωστή). Το πισλί δενόταν σφιχ­τά στο στήθος και παλιότερα από πάνω ράβανε ένα άσπρο πανί, πάνω στο οποίο ρά­βονταν τ' ασήμια.

Το ζωνάρι για τη μέση, ήταν στενό και ίδιο με αυτό πού φορούσαν με τα σαλβάρια τους οι Ναουσαίοι γαμπροί στο γάμο. Είναι υφασμένο από μετάξι και βαμμένο με φυσική μπογιά από αγκίτσι (ίον). Έχει άσπρες και λιλά ρίγες και στην άκρη κρόσια που πέφτουν πάνω στη φουστανέλα.

Το Σελιάχι, μπαίνει στη μέση πάνω από το ζωνάρι. Είναι φτιαγμένο από πολλά στρώματα πετσι­ού και το χρησιμοποιούσαν ως πορτοφόλι, ή θήκη για κουμπούρια και μαχαίρια.

Η Πάλα, το γιαταγάνι - μαχαίρι για το χορό.

Ο πρόσωπος, ή προσωπίδα είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της αμφίεσης. Πάνω σε ειδικό καλούπι τοποθετείται χοντρό πανί και πάνω σ’ αυτό γύψος που είναι κερωμένος από μέσα, ώστε να κρατά δροσιά σ' αυτόν που τον φορά. Τον πρόσωπο έβαφε άσπρο και λουστράριζε ειδικός τεχνίτης. Το μουστά­κι γίνεται από αλογότριχα και κατράμι, ενώ η σύν­θεση των χρωμάτων έχει ως βάση το αυγό της κότας. Χαρακτηριστικό και των δύο τύπων προσωπίδας (γυναικεί­ας και ανδρικής) είναι τα πολύ μικρά μάτια και το επίσης μικρό στόμα.

Το ταράμπουλο, ή ταραμπουλούζ είναι ζωνάρι φτιαγμένο από καθαρό μετάξι σε ύφανση αδίμιτη και σχέδιο ανα­τολίτικο και έχει προέλευση από την Τρίπολη της Αφρικής. Το πλάτος του είναι περίπου 0.90 μ. και το μήκος του 3,60 μ. Το δέσιμο της προσωπίδας με το ταράμπουλο γινόταν πάντοτε από ειδικό τεχνίτη και ήταν ή δυσκολότερη δουλειά, γιατί απαιτούσε μεγάλη τέχνη και υπομονή, ώστε τό κεφάλι να είναι όμορφα δεμένο.

Το μαν­τήλι, που θα ραφτεί στον καρπό του δεξιού χεριού για το χορό.

Τα σκουφούνια, (κάλτσες) που γίνονται από τις νοι­κοκυρές με κάτασπρο μαλλί.

Τα τσαρούχια, που παλιά κατασκευάζονταν μόνο στα Γιάννενα από δέρμα τελετίνι και είναι κόκκινα με μαύρη φούντα.

Τα ασημικά περιλαμβάνουν μια μεγάλη ποικι­λία από κοσμήματα

Παλιά, όλα ράβο­νταν ένα-ένα πάνω στη Μπούλα το Σαββατόβραδο, παραμονή της Αποκριάς. Σήμερα για ευκολία ράβονται πάνω σ’ ένα γιλέκο.

Μπροστά στο στήθος είναι ραμμένα τα ρούπια (ψιλά κέρματα). Είναι περασμένα σε αλυσίδες που καταλήγουν σε σταυρούς και χαϊμαλιά. Στην πάνω μεριά τις περισσότε­ρες φορές είναι ραμμένο ένα γιορντάνι που ξεκινά από το λαιμό.

Χαμαϊλιά έχουμε τετράγωνα, στρογγυλά, τρίγωνα και σε σχήμα φυσεκιού. Όλα είχαν στο εσωτε­ρικό τους, όπως και οι σταυροί, τίμιο ξύλο.

Το κιουστέκι είναι το πλουσιότερο κόσμημα της Μπούλας που στολίζει ολόκληρη την πλάτη.

Οι παϊαντζΐδες είναι φτιαγμένες με την τέχνη του κιουστεκιού σε σχήμα αράχνης (παϊαντζίδα). Στολίζουν πλάτες και φουστανέλα και είναι διακοσμημένες με αετούς και αρχαίες παραστάσεις.

Οι τοκάδες και οι κοψιάδες είναι δουλεμένοι με ασήμι σαβάτι και πέτρες. Τους τοκάδες τους βάζουν περασμένους από λουριά κάτω από τη μέση στη φουστανέλα από τις δύο μεριές. Επίσης κοντά στους τοκάδες, βάζουν αλυσίδες με ρού­πια. Οι κοψιάδες έχουν γυριστούς γάντζους που στερεώνονται αρκετά γερά, όπου κι αν σκαλώσουν.


Η στολή της νύφης-Μπούλας.


Καταρ­χήν, πρέπει να πούμε ότι η νύφη-Μπούλα, είναι ένας άντρας ντυμένος με φαρδιά φουστάνια. Το κεφαλοκάλυμμα είναι γεμάτο λουλούδια, από τα οποία ξεκινούν τούλια και κορ­δέλες. Φοράει προσωπίδα χωρίς μουστάκι, με κόκκι­να ολοστρόγγυλα μάγουλα και χρυσαφί βαράκι. Απαραίτητα εξαρτήματα της φορεσιάς της είναι τα ψιλά ασήμια στο στήθος, η σαλταμάρκα, οι τραχηλιές, τα φλουριά, χρυσοκέντητη ζώνη και πόρπη, όλα εξαρτήματα από την τοπική γυναικεία φορεσιά, εκτός απ' το φουστάνι που είναι ειδικά ραμμένο με στεφάνια, ώστε να στέκεται φουσκωτό.



Η ΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΕΘΙΜΟΥ

Η συγκρότηση του μπουλουκιού που θα βγει στο έθιμο αρχίζει βέβαια πολύ πριν από την Αποκριά. Τα άτομα που θα αποτελέσουν το μπουλούκι ορίζουν τον αρχηγό τους, εξασφαλίζουν τα όργανα, ψάχνουν για τις φορεσιές και τα ασημικά. Οι παλιές Μπούλες δανείζουν πάντα στους νεότερους τις φορεσιές τους και τους βοηθούν στο ντύσιμο. Το Σάββατο βράδυ, παραμονή της Αποκριάς, άρχιζε το ντύσιμο των τελεστών του εθίμου που διαρκούσε όλη τη νύχτα και ήταν πολύ κουραστικό. Τα ασήμια ράβονταν πάνω στη στολή ένα-ένα από μοδίστρες ή τις γυναίκες του σπιτιού και όταν τελείωνε το ντύσιμο, ερχόταν ειδικός τεχνίτης που έδενε στο κεφάλι του νέου το ταράμπουλο με την προσωπίδα. Ο νέος τώρα είναι έτοιμος και περιμένει να ακουστούν τα όργανα και να τον καλέσουν στο μπουλούκι.

Τα όργανα

Τα όργανα που χρησιμοποιούνται από παλιά στο έθιμο είναι μόνο οι ζουρνάδες.

Στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα οι οργανοπαίχτες του εθίμου ήσαν όλοι ξένοι, έρχονταν από τη Βέροια και τα περίχωρά της και μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας έφυγαν όλοι με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Το μπουλούκι αναλάμβανε την πληρωμή των οργανοπαιχτών, καθώς και τα έξοδα για τη διατροφή και διαμονή τους στη Νάουσα. Ο μόνος ναουσαίος ζουρνατζής στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ο Δημήτρης Βογιατζής ή Μήτρος Χαϊβάνος. Ειδικά για τις αποκριές έρχονταν ζουρνατζήδες από την Καρατζιόβα, τη Γουμένισσα, τη Τζουμαγιά κ.ά. Από τη δεκαετία του 1950 εμφανίζονται στη μουσική ζωή της Νάουσας και οι δύο οικογένειες ζουρνατζήδων του Β. Ψαθά και του Στ. Παζαρέντση που οι απόγονοί τους συνεχίζουν μέχρι και σήμερα την παράδοση των προγόνων τους.

Κυριακή της Αποκριάς

Το μάζεμα του μπουλουκιού : Ο νέος, ντυμένος από το βράδυ παλιότερα και από νωρίς το πρωί σήμερα, είναι έτοιμος. Από μακριά ακούγονται το νταούλι με το ζουρνά που καλούν στο μάζεμα του μπουλουκιού. Τα όργανα παίζοντας μια μελωδία ελεύθερου ρυθμικού τύπου το Ζαλιστό, θα περάσουν από όλα τα σπίτια των νέων που συμμετέχουν και έναν-έναν θα τους μαζέψουν. Τα όργανα δε θα μαζέψουν τα μικρά αγόρια. Αυτά πηγαίνουν με τους πα­τεράδες τους στα σπίτια των μεγαλύτερων.

Όταν ακουστεί ο Ζαλιστός, η Μπούλα θα βγει στο παράθυρο ή στο μπαλκόνι του σπιτιού να χαιρετίσει το μπουλούκι που έρχεται να την πάρει. Ανοίγει ψηλά τα χέρια και χαιρετά κουνώντας το στήθος δεξιά-αριστερά, ώστε να κουδουνίζουν τα νομίσματα που έχει κρεμασμένα στο στήθος. Στη συνέχεια ο νέος παίρνοντας χέρι και πηδώντας στα δύο του πόδια, χαιρετά όλους τους ανθρώπους του σπιτιού καθώς και όσους τον βοήθησαν στο ντύσιμο.

Φτάνοντας στην εξώπορτα του σπιτιού, κάνει τρεις φορές το σταυρό του και στη συνέχεια χαιρε­τά όλους όσοι ήρθαν να τον πάρουν. Ύστερα, πια­σμένοι δυο-δυο με τα όργανα να παίζουν το Ζαλιστό, ξεκινούν να πάρουν την επόμενη Μπούλα.



Η νύφη-Μπούλα ετοιμάζεται κι αυτή τελετουργικά από την οικογένεια του άνδρα που θα την υποδυθεί. Είναι ένας ρόλος που πρέπει να παιχθεί με τρόπο σοβαρό και υπερήφανο. Η νύφη-Μπούλα θα φιλήσει τα χέρια όλων των ανθρώπων του σπιτιού της και στη συνέχεια όλου του μπουλουκιού, των οργανοπαικτών και όλων όσοι παρευρίσκονται εκεί την ώρα που θα την πάρουν.

Αφού βάλουν δυο Μπούλες μια νύφη-Μπούλα στη μέση, συνεχίζουν να μαζεύουν από τα σπίτια και τα υπόλοιπα μέλη του μπουλουκιού. Πρώτα μαζεύουν τους νέους, μετά τους παλιούς και τελευταίο όλων τον αρχηγό.

Σιγά σιγά σχηματίζεται μια πομπή που έχει την εξής διάταξη. Προηγούνται τα πιο μικρά αγόρια που δεν φορούν πρόσωπο και ακολου­θούν τα μεγαλύτερα. Μετά τοποθετούνται οι νεότερες Μπούλες, στη μέση πε­ρίπου αυτές που κρατούν τη νύφη-Μπούλα και τελευταίες οι παλιότερες Μπούλες και ο αρχηγός του μπουλουκιού. Ακριβώς πίσω από τον αρχηγό ακολουθούν οι οργανοπαίκτες, για να παίρνουν εντολές ως προς το ρεπερτόριο.

Το χορευτικό ρεπερτόριο : Για τους πρωταγωνιστές του εθίμου το χορευτικό ρεπερτόριο είναι ο Συγκαθιστός, η Παπαδιά, η Παλιά Παπαδιά, ο Νταβέλης, ο Σωτήρης, ο Νιζάμικος, ο Μελικές, ο Μουσταμπέϊκος, το Σαρανταπέντε, η Σούδα, η Μακρινίτσα και φυσικά η Πατινάδα.

Σε όλους αυτούς τους κατεξοχήν ανδρικούς χορούς, η νύφη-Μπούλα συμμετέχει ελάχιστα. Κινείται συμβολικά μαζί με τις άλλες Μπούλες, αλλά το δικό της χορευτικό ρεπερτόριο αποτελούν οι χοροί Μακρινίτσα και Σούδα.

Αν από τα μικρά αγόρια που συνοδεύουν το μπουλούκι, κάποιο μπορεί να τα καταφέ­ρει καλά στο χορό, μετά από επιθυμία των γονιών του (που ακολουθούν το μπουλούκι), ο αρχηγός θα ορίσει πότε και σε ποιο σημείο θα μπει πρώτος στον κύκλο και θα χορέ­ψει ως πρωτοσυρτής, ενώ όλοι θα τον σεβαστούν σαν μεγάλο.

Το δρομολόγιο : Αφού τελειώσει το μάζεμα του μπουλουκιού, όλοι μαζί ξεκινούν για το Δημαρχείο, το Κονάκι του Μουντίρη στα χρόνια της τουρκοκρατίας και υπολογίζουν να φθάσουν εκεί κοντά στο μεσημέρι.

Στις δώδεκα περίπου συγκεντρώνονται στο Δημαρχείο. Εδώ είναι μαζεμένη όλη η Νάουσα. Όλοι περιμένουν να δουν τις Μπούλες.



Η χορευτική δράση του μπουλουκιού ξεκινούσε μετά την επίσκεψη στο κονάκι του άρχοντα της πόλης, από τον οποίο έπρεπε να δοθεί στον αρχηγό του μπουλουκιού άδεια για την τέλεση του εθίμου. Σήμερα όλα τα μπουλούκια θα επισκεφθούν το Δημαρχείο και μετά θα αρχίσουν τη χορευτική τους πορεία μέσα στους δρόμους της Νάουσας.

Αμέσως μόλις η ομάδα φθάσει στην πλατεία και ο αρχηγός πάει να δώσει τα "διαπιστευτήρια" του μπουλουκιού του στο Δήμαρχο, αρχίζει και η χορευτική δράση του μπουλουκιού. Ο ζουρνάς παίζει το Ζαλιστό, οι Μπούλες, που είναι ζευγάρια, γέρνουν το κορμί τους πίσω και τινάζονται αγέρωχα. Ένας από κάθε ζεύγος βοηθούμενος από το σύντρο­φό του που τον κρατά πίσω στην πλάτη, κάνει μια υπερέκταση προς τα πίσω χτυπώντας υπερήφανα με νευρικές κινήσεις τα νομίσματα του στή­θους του, σε αντίθεση με τη νύφη-Μπούλα που κάνει τεμενάδες, προσκυνώ­ντας ως το χώμα.

Την περίοδο της τουρκοκρατίας, την ίδια ώρα ανέβαιναν στο Κονάκι ένας - δύο φιλήσυχοι Ναουσαίοι ντυμένοι Μπούλες, οι οποίοι έβγαζαν τον πρόσωπο για να τους δει ο Τούρκος Μουντίρης και να’ ναι ήσυχος ότι δεν είναι αντάρτες. Αυτοί, θα βεβαίωναν τον Τούρκο άρχοντα ότι όλοι οι άντρες του μπουλουκιού είναι φιλήσυχοι Ναουσαίοι πολίτες και ότι είναι δύσκολο να βγάλουν τις προσωπίδες, γιατί χαλά το περίπλοκο δέσιμό τους. Πολλές φορές όμως, κάτω από τις προσωπίδες κρύβονταν επαναστάτες που κατέβαιναν από το Βέρμιο, για να γιορτάσουν και αυτοί λίγο πιο ξένοιαστα τις μέρες της Αποκριάς ή να συγκεντρώσουν τρόφιμα και χρήματα για τον αγώνα της λευτεριάς.

Ο δήμαρχος, ο πρώτος άρχοντας του τόπου, δίνει την άδεια, και τότε ο ζουρνάς θα παίξει το "Κάτω στη Ρόιδο", χορό που χορεύεται από τις Μπούλες ως συγκαθιστός με το μαντήλι που έχουν ραμμένο στο χέρι (η ίδια μελωδία στο Ναουσαίικο γάμο χορευόταν ως συγκαθιστός και ήταν ο πρώτος χορός του γαμήλιου γλεντιού).

Ακολουθεί ο θούριος του Ρήγα "Ως πότε παλικάρια θα ζούμε στα στενά" και σ’ αυτή την πατινάδα βγαίνουν οι πάλες από τις θήκες τους.

Μετά το «Ως πότε παλικάρια» ακολουθεί ο χορός Παπαδιά, συνήθως από τον αρχηγό του Μπουλουκιού. Ακολουθεί η Μακρινίτσα, ο χορός της Νύφης, του δεύτερου πρωταγωνιστή της τελετουργίας, η οποία θα τον σύρει με σοβαρότητα και μεγαλοπρέπεια όπως αρμόζει σε ένα χορό που είναι μοιρολόγι και φόρος τιμής σε μία από τις ενδοξότερες σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας, το ολοκαύτωμα και την ολοσχερή καταστροφή της Νάουσας το 1822 από τους Τούρκους. Θα ακολουθήσουν ο Νιζάμικος, το Σαρανταπέντε, ο Μελικές και ίσως η Σούδα ή ο Μουσταμπέϊκος που μπορούν να χορευτούν και από μικρά παιδιά.



Αμέσως μετά τους χορούς στο Δημαρχείο, οι Μπούλες κινούνται με την πατινάδα, «Ως πότε παλικάρια», για τον πρώτο μαχαλά, όπου θα γίνει η στάση για τους χορούς, για το τριόδι του Λάμνια.

Οι Μπούλες χαιρετούν κάθε γνωστό που συναντάνε, παίρνοντας χειραψία και πηδώντας τρεις φορές στα δυό τους πόδια. Φτάνοντας στο τριόδι, οι ζουρνατζήδες θα παίξουν την πατινάδα του Σανιδά. Μετά το τριόδι περνώντας από το στενό τού Χρηστίδη, στη σημερινή λαϊκή αγορά, βγαίνουν στα Καμμένα με την πατινάδα της Χοντροσούγκλας. Στα Καμμένα γίνεται άλλη στάση για χορό. Σ' αυτή τη γειτονιά ήταν παλιά όλα τα πλουσιόσπιτα της Νάουσας. Οι Μπούλες θα χορέψουν πάλι αρκε­τούς από τους χορούς του ρεπερτορίου τους και ο αρχηγός του μπουλουκιού θα ορίσει ποιοι και με ποια σειρά θα σύρουν τους χορούς.

Στη συνέχεια το μπουλούκι θα προχωρήσει για τη συνοικία της Πουλιάνας. Αφού χορέψουν και εκεί, η επόμενη στάση είναι στη συνοικία Μπατάνια, όπου πηγαίνουν χορεύοντας την πατινάδα «Του Υψηλάντη».

Βγαίνοντας και πάλι στα Καμμένα και από τη Βασιλέως Κωνσταντίνου χορεύοντας την πατινάδα, «Ο Μίλης ο περήφανος», θα πάνε στο Κιόσκι.



Εδώ περιμένουν πολλοί Ναουσαίοι για να θαυμάσουν και να κρίνουν τους καλύτερους χορευτές. Φεύγοντας από το κιόσκι με την πατινάδα «Καμπάνα», κατευθύνονται στον Αϊ Γιώργη όπου θα στηθεί και πάλι χορός από τα μέλη του μπουλουκιού που είναι από αυτή τη συνοικία.



Μετά, θα πάρουν το δρόμο για τον Άγιο Μηνά και από κει στο τριόδι του Μαγγαβέλα, δίπλα στην Παναγιά. Από του Μαγγαβέλα και πέρα, οι οργανοπαίκτες παίζοντας την πατινάδα «Κατέβα Λένκω» πηγαίνουν για τη συνοικία Αλώνια όπου θα γίνει μεγάλο γλέντι. Φτάνοντας στα Αλώνια με την πατινάδα «της Μαρίας» αρχίζει πια να νυχτώνει!



Σ' αυτή τη γειτονιά θα βγάλουν τις προσωπίδες όλοι όσοι κάθονται εδώ κοντά, ή έχουν κάποιο συγγενικό τους σπίτι. Εδώ, χωρίς προσωπίδες πλέον, θα μπορέσουν να φάνε κάτι και να πιούν, απ’ αυτά που τους έχουν ετοιμάσει όλα τα γειτονικά σπίτια. Πρέπει να σημειω­θεί πως ως τώρα (τα παλιότερα χρόνια) έπιναν νερό με ένα ειδικό καλα­μάκι και το κάπνισμα γινόταν επίσης με ειδικό τσιμπούκι, που χωρά μέσα από το μικρό στόμα του προσωπείου αφού δεν ήταν δυνατό να το βγάλει ο χορευτής όλη μέρα. Όσο το μπουλούκι βρίσκεται σε πορεία και φορά τις προσωπίδες, κανείς από τους θεατές δεν επιτρέπεται να χορέψει μαζί τους, ούτε φυσικά να σύρει το χορό. Από τη στιγμή όμως που οι Μπούλες βγάλουν τον πρόσωπο στ’ Αλώνια, μπορούν να πάρουν μέρος στο χορό και πολίτες ή παλιές Μπούλες που μένουν σ’ αυτή τη γειτονιά.

Μετά το μεγάλο γλέντι στα Αλώνια παίρνοντας το δρόμο για τα Γαλάκεια, οι ζουρνάδες παίζουν την πατινάδα «Δε σ’ άριζαν τα’ Αλώνια Νταηλιάνα».



Οι Μπούλες με την πατινάδα της Χοντροσούγκλας, αφού περάσουν το Στραβό Πλάτανο και το τριόδι του Λάτση και του Λάμνια, θα βγουν στα Καμμένα, όπου θα στήσουν και τον τελευταίο τους χορό. Τώρα θα βγάλουν τις προσωπίδες όσοι μένουν σ’ αυτή τη μεριά της πόλης.

Εδώ χορεύουν οι παλιές Μπούλες καθώς και όσοι από τον κόσμο θέλουν να χορέψουν. Στα Καμμένα πια αρχίζει να διαλύεται το μπουλούκι, όσες Μπούλες έχουν κουραστεί φεύγουν για τα σπίτια τους, ενώ άλλες συνεχίζουν το γλέντι στα σπίτια που τους καλούν μερακλήδες Ναουσαίοι. Ο χορός δεν είναι πια τελετουργικός, έχει πλέον μετατραπεί σε λαϊκό πανηγύρι.

Το πρωί όλα τα μέλη του μπουλουκιού και ο κόσμος, κουρασμένοι από τον πολύ χορό θα χωρίσουν πηγαί­νοντας για τα σπίτια τους. Παλαιότερα, όταν επέστρεφαν αργά στο σπίτι τους, κοιμόνταν ντυμένοι σε μια καρέκλα ή στο στρώμα, τυλιγμένοι σ' ένα καθαρό σεντόνι, έτσι ώστε την επόμενη μέρα να είναι έτοιμοι και να μη χρειάζεται να ξαναντυθούν.

Δευτέρα της Αποκριάς.

Τη Δευτέρα το πρωί χωρίς να φορούν τον πρόσωπο, μαζεύονται όλοι στο σπίτι του αρχηγού. Εδώ θα έρ­θουν και οι οργανοπαίκτες και τα μικρά παιδιά του μπουλουκιού. Τη μέρα αυτή το πρόγραμμα δεν είναι τελετουργικό. Εδώ θα γίνει ένα μι­κρό οικογενειακό γλέντι με τους συγγενείς και φίλους του αρχηγού. Μετά θα πάνε με πατινάδα στο Κονάκι (Δημαρχείο), θα χορέψουν λίγο και στη συνέχεια θα επισκεφτούν τα σπίτια των μελών του μπουλουκιού που τους έχουν καλεσμένους, για γλέντι με χορό, μεζέδες και κρασί.

Σήμερα το δρομολόγιο δεν είναι καθορισμένο και είναι ημέρα γλεντιού. Σε κάθε σπίτι τους περιμένει τραπέζι με πλούσιους μεζέδες και κρασί. Το μουσικό και χορευτικό ρεπερτόριο αυτή τη μέρα δεν έχει την αυστηρότητα της προηγουμένης και εκτός από τους χορούς του εθίμου, ο ζουρνάς παίζει και σύγχρονες μελωδίες ή και μελωδίες των χωριών της Νάουσας, εάν η οικογένεια έχει καταγωγή από κάποιο χωριό.

Το βράδυ όλα τα μέλη του μπουλουκιού, κατακουρασμένα από τους εξαντλητικούς χορούς των δύο ημερών, αφού πάλι πάρουν χέρι μεταξύ τους θα γυρίσουν στα σπίτια τους.

Δεύτερη Κυριακή, της Τυρινής.

Την επόμενη Κυριακή, της Τυρινής, επαναλαμβάνεται το έθιμο ακριβώς όπως και την Κυριακή της Απόκρεω.

Καθαρά Δευτέρα.

Την Καθαρά Δευτέρα το πρωί ξαναμαζεύονται στου αρχηγού. Το δρομολό­γιο, όμως, αυτή τη φορά, είναι το καθιερωμένο.

Το βράδυ, το τελευταίο γλέντι θα γίνει και πάλι στα Καμμένα και κάποια στιγμή θα φθάσει η ώρα του χωρισμού. Αφού όλες οι Μπούλες κάνουν ένα κύκλο, θα βάλουν τον οργανοπαίκτη στη μέση, θα τον χτυπή­σουν συμβολικά με την πλατιά πλευρά της πάλας στο κεφάλι και, σηκώνοντάς τον, θα φωνάξουν «Πάντα άξιος, και του χρόνου».

Κυριακή της Ορθοδοξίας

Μια εβδομάδα μετά, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, οι Μπούλες χωρίς προσωπίδες θα πάνε στο Σπήλιο, τοπο­θεσία όπου βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Θόδωρου. Εκεί θα χορευτούν πάλι οι ίδιοι χοροί από το γνωστό ρεπερτόριο του εθίμου και θα γίνει με­γάλο γλέντι με τη συμμετοχή όλης της Νάουσας.

Βιβλιογραφία

1. Αγοραστός Δημήτρης, «Οι Μπούλες πριν εξήντα χρόνια» περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 6, έτος 1979.

2. Αποστόλου Στέργιος, Οι Γενίτσαροι του τουρκικού στρατού και οι Μπούλες του Ναουσαίϊκου αποκριάτικου εθίμου, Έρευνα σε αλβανικές πηγές, Σύμμεικτα τ. Α΄ Μακεδονικές Μελέτες, Νάουσα, 1992.

3. Βαλσαμίδης Μανώλη, Οι ρυθμοί των τραγουδιών του δρώμενου «Μπούλες της Νάουσας», Νάουσα 2004.

4. Βαλσαμίδης Μανώλης, Οι Μπούλες της Νιάουστας, Σεμινάριο Μελίκης 2003.

5. Γαβριηλίδης Θωμάς, Γιανύτσαρος και Μπούλα (η ιστορία των ονομάτων), περιοδικό Νιάουστα τ.70-71.

6. Γκούτας Φ. Αχιλλέας, Η Νάουσα στον 19ο αιώνα, Θεσσαλονίκη 1999.

7. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα και στα Λεχαινά», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 73, έτος 1995.

8. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες υπάρχουν και στην Ηλεία», εφημερίδα Φωνή Ναούσης, 17/2/1996.

9. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι στην παλαιά Νάουσα», Φωνή Ναούσης 13/3/1955.

10. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι της Ναούσης άλλοτε και σήμερα», Φωνή Ναούσης 27/2/1955.

11. Δρανδράκης Λ., Ο αυτοσχεδιασμός στον Ελληνικό δημοτικό χορό, Αθήνα 1993.

12. Ένθετο από το CD του Λυκείου Ελληνίδων Αθηνών, «ΜΠΟΥΛΕΣ» ΝΑΟΥΣΑ ΗΜΑΘΙΑΣ.

13. Ζιώτας Μ. Θεόδωρος. Οι Μπούλες της Νάουσας, Νάουσα 2003.

14. Κουτσογιαννοπούλου-Ψωμά Ελένη, Λαογραφικά Βεροίας και περιοχής, Βέροια 1982.

15. Λύκειο των Ελληνίδων Βέροιας, ΗΜΑΘΙΑ ΕΡΑΤΕΙΝΗ, Βέροια 2003.

16. Λύκειο των Ελληνίδων Νάουσας, Οι παραδοσιακές φορεσιές και τα τραγούδια της Νάουσας, Νάουσα 2005.

17. Μελίκης Γιώργης, Ένθετο από το CD Ζουρνάδες και νταούλια, σελ.5.

18. Μπάϊτσης Τάκης, Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας, Θεσσαλονίκη 2001

19. Νίκου Κ., Αποκριάτικο άλμπουμ με αναμνήσεις του Τρυφ. Χατζητρύφων, περ. Νιάουστα, τ.2, σελ.20.

20. Σαμαρά Χ. Θάλεια, Μπούλιες, Στον Μακεδονικό Αγώνα, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Θεσσαλονίκη 1969.

21. Σπάρτσης Νικόλαος, Αντέτχια στη Νιάουστα, Νάουσα 2003.

22. Στουγιανάκης Ευστάθιος, Ιστορία της πόλεως Ναούσης, Εν Εδέσση 1924.

23. Χωνός Σταύρος, «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ», εφημερίδα «Νάουσα» 4/3/1928, γράφει με το ψευδώνυμο ΑΜΕΡΟΛΗΠΤΟΣ.


Χρήστος Ζάλιος

Καθηγ. Φυσικής Αγωγής

Νάουσα

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΘΙΜΟΥ ΜΠΟΥΛΕΣ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ


Ζάλιος Χ., «Η ονομασία του εθίμου Μπούλες της Νάουσας», Πολιτιστικά Δρώμενα, 43, σελ. 27-31, Βέροια 2007.


Οι Μπούλες είναι παλαιότατο αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας. Δύσκολα μπορούμε σήμερα να βρούμε τις ρίζες του, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Όμως όλα τα στοιχεία του μας οδηγούν σε παλαιούς χρόνους.

Στο αποκριάτικο αυτό έθιμό μας, έχει δοθεί πολύ πετυχημένα ο ορισμός χορευτικό δρώμενο, γιατί η δράση των ανθρώπων που συμμετέχουν στην τέλεσή του είναι δράση χορευτική και χωρίς αυτήν η τέλεση του εθίμου είναι αδύνατη.

Τα κυριότερα στοιχεία του εθίμου που μας μεταφέρονται από μία πολύ αυστηρή προφορική παράδοση είναι:

  • Η συγκρότη­ση του μπουλουκιού, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή και τήρηση ορισμένων κανόνων τέλεσης του εθίμου για συμμετοχή σ' αυτό.
  • Το φύλο των τελεστών είναι μόνο νέοι άνδρες
  • Τη γυναικεία μορφή (νύφη-μπούλα) την υποδύεται πάντα άνδρας.
  • Η ένδυση, η μεταμφίεση και η συμπεριφορά των τελεστών διέπονται από πατροπαράδοτους κανόνες.
  • Τα μουσικά όργανα, οι χοροί, το δρομολόγιο, είναι προκαθορισμένα από το τελετουργικό, που ακολουθείται αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.

Μπουλούκι από Μπούλες με το ζουρνατζή Μήτρο Χαϊβάνο το 1911. Φωτ. αρχείο Χρήστου Ζάλιου.


Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και πιθανότατα έχει σχέση με τελετές φυλετικής μύησης όπως η τελετή ενηλικίωσης κατά την οποία ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπανδρους άντρες της φυλής, θα μυηθεί με τη σειρά του στα μυστικά της, θα αποβάλλει τη γυναικεία ενδυμασία και θα μεταμορφωθεί σε άνδρας.

Σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στη μακραίωνη ιστορία του το έθιμο μεταπλάθει και παράλλη­λα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του, την τοπική παράδοση, τους μύ­θους, τους θρύλους, τα τραγούδια και τους ηρωικούς αγώνες της Νάουσας.

Οι τελεστές ήταν και είναι πάντα νέοι άνδρες. Ο αριθμός τους τα παλαιότερα χρόνια φαίνεται να ήταν από έξι μέχρι δώδεκα, ενώ σήμερα μπορεί να συμμετέ­χουν και περισσότεροι. Στο μπουλούκι, από πολύ παλιά έπαιρναν μέρος και μικρά αγόρια.

Όσον αφορά την προέλευση της ονομασίας του εθίμου, η κυρίαρχη ονομασία που χαρακτηρίζει το μπουλούκι είναι Μπούλες, ενώ αυτή που χαρακτηρίζει το άτομο που συμμετέχει στο μπουλούκι κατ’ άλλους είναι Μπούλα και κατ’ άλλους Γενίτσαρος.

Ας δούμε όμως τις γραπτές αναφορές που υπάρχουν αναφορικά με την ονομασία του εθίμου.

Ο ιστορικός της Νάουσας Ε. Στουγιαννάκης στο βιβλίο του Ιστορία της πόλεως Ναούσης, σελ. 54, Εν Εδέσση 1924, αναφέρει μόνο την ύπαρξη γενιτσαρικών και κλέφτικων ομίλων χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση. Παραθέτω ακριβώς το απόσπασμα που αναφέρεται στους Ναουσαίους : «Δια δε τον ελληνισμόν των επιχειρήματα θα ήσαν: πρώτιστον πάντων ή κρατούσα ελληνική γλώσσα, το ελληνικόν εθνικόν συναίσθημα, τα ήθη, τα έθιμα και αι έλληνικαί παραδόσεις, αι κατά τας απόκρεως συνήθειαι των γενιτσαρικών και κλέφτικων ομίλων, τα ελληνικά τοπωνύμια».

Για την προέλευση της ονομασίας Μπούλα ο Θεόδωρος Ζιώτας στο βιβλίο του «Μπούλες της Νάουσας» μας παραθέτει τις εξής ερμηνείες :

  1. Η λατινική λέξη «Bulla» (Μπούλα) εκτός των άλλων σημαίνει και α) ομφαλωτό κόσμημα ζωνών και θυρών, β) περιδέραιο, το οποίο φορούσαν οι Ρωμαίοι στα αγοράκια τους σαν στολίδι. Επειδή η φορεσιά της ναουσαίϊκης Μπούλας είναι γεμάτη από ποικιλόμορφα κοσμήματα, βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι «Μπούλα» σημαίνει αυτός που φέρει στη στολή του διάφορα κοσμήματα (ασημικά, χρυσαφικά κλπ.).
  2. Στην Ήπειρο, ειδικότερα στη Θεσπρωτία, απαντά εν χρήσει το ρήμα «Μπουλώνω» το οποίο σημαίνει «καλύπτω», «σκεπάζω». Μπούλωμα, λοιπόν, είναι το «σκέπασμα», το «κάλυμμα» και βεβαίως, το «προσωπείο» ή οτιδήποτε άλλο καλύπτει μέρος ή ολόκληρο το πρόσωπο. Κατά τα προαναφερθέντα η λέξη «Μπούλα» σχετίζεται άμεσα εννοιολογικά με τα ποικιλόμορφα κοσμήματα και με το «προσωπείο» ή οτιδήποτε άλλο καλύπτει το πρόσωπο, στοιχεία που χαρακτηρίζουν έντονα τις Μπούλες της Νάουσας.

Όταν λοιπόν οι Ναουσαίοι λένε «έρχονται οι Μπούλες» ακριβολογούν γιατί εννοούν ότι έρχονται αυτοί που φορούν προσωπεία και που φέρουν πάνω τους ποικιλόμορφα κοσμήματα.

Η λέξη γενίτσαρος είναι μεταγενέστερη και σίγουρα δεν είναι αυτή που χαρακτηρίζει το έθιμο. Πάντα στη Νάουσα ακουγόταν και θα ακούγεται όταν περνά το μπουλούκι των τελεστών του εθίμου, «έρχονται οι Μπούλες», «περνάνε οι Μπούλες», «θα πάμε να δούμε τις Μπούλες» και ποτέ δεν ακούστηκε η φράση, περνάνε οι γενίτσαροι, πάμε να δούμε τους γενίτσαρους.

Ο Στέργιος Αποστόλου, ιστορικός της Νάουσας, στο βιβλίο του (Σύμμεικτα τ. Α΄ ) συνηγορεί στο ότι η ονομασία του εθίμου πρέπει να επανεκτιμηθεί και μάλλον να περιοριστεί στο Μπούλες διότι το γενίτσαρος φαίνεται να μην έχει καμία σχέση με το έθιμο.

Ο ερευνητής και συγγραφέας της Νάουσας Μανώλης Βαλσαμίδης σε όλα τα βιβλία και τα συγγράμματά του είναι υπέρμαχος του όρου Μπούλες και απορρίπτει εντελώς τον όρο γενίτσαρος θεωρώντας τον άσχετο με το έθιμο.

Ο συγγραφέας Θωμάς Γαβριηλίδης στο άρθρο του «Γυανίτσαρος και Μπούλα» στο περιοδικό Νιάουστα (τ.71, 1995) κάνει μια ενδιαφέρουσα αναφορά για την προέλευση του εθίμου από τα αρχαία ελληνικά μακεδονικά έθιμα. Πιθανολογεί ότι το έθιμο είναι αναπαράσταση του γάμου του Διόνυσου με τη Βασίλινα, τη γυναίκα του εκάστοτε βασιλιά. Αφού αναφέρεται στο έθιμο με την ονομασία Μπούλες στη συνέχεια διαχωρίζει τα ονόματα του αρχηγού του μπουλουκιού και της νύφης-Μπούλας σε Γιανύτσαρος και Μπούλα.

Σε μια προσπάθεια να μας απαλλάξει από την αρνητική έννοια του «γενίτσαρος», βασιζόμενος σε μια υπόθεσή του το μετατρέπει σε Γιανύτσαρος παραπέμποντας στο Διόνυσο (Διόνυσος, Γιάνουσος, Γιάνυτσος, Γιανύτσαρος και τα μέλη του μπουλουκιού Γιανυτσάρια, Γιανυτσαραίοι ως ακόλουθοι του Γιανύτσαρου, Γιάνυτσου-Διόνυσου). Του διαφεύγει όμως ότι ο όρος γενίτσαρος και γενίτσαροι χρησιμοποιήθηκε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπως τα Λεχαινά, η Τζιά, η Πάτρα κ.α.

Την εκδοχή αυτή ασπάζεται και ο Τάκης Μπάϊτσης και τιτλοφορεί το βιβλίο του «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας».

Στο ιστορικό λεξικό της νέας ελληνικής που εκδόθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1980, υπάρχουν πολλά παραδείγματα που συνηγορούν στο ότι οι λέξεις γενίτσαρος και γιανίτσαρος είναι συνώνυμες και η διαφορά τους είναι θέμα τοπικής ντοπιολαλιάς.

Ας προσπαθήσουμε όμως να διερευνήσουμε γιατί προστέθηκε στο έθιμο και η λέξη γενίτσαρος.

Ο δάσκαλος Δημητριάδης Δημ. σε άρθρο του στη φωνή Ναούσης στις 27-2-1955 γράφει ότι η ονομασία γενίτσαρος μπήκε για να ξεγελά τους Τούρκους. Απλοϊκή ερμηνεία αλλά ίσως όχι και τόσο απίθανη, τουλάχιστον εν μέρη.

Η λέξη γενίτσαρος σίγουρα στο πέρασμα των αιώνων απόκτησε κατά περιόδους διαφορετικές έννοιες. Υπήρχαν περίοδοι που η λέξη γενίτσαρος ήταν συνώνυμο του άγριος, βάρβαρος, σκληρός, απάνθρω­πος κλπ. (ΥΠΕΡΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Εκδόσεις Παγουλάτου, Αθήνα).

Στο Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής, που εκδόθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, η ερμηνεία που δίνεται στις λέξεις γενιτσαρισμός και γενιτσαριά, είναι: Αυθαιρεσία, πράξις σκληρά ή συμπεριφορά αυθάδης και παράνομος, αρμόζουσα εις γενιτσάρους.

Ο Ιω. Ψύλλας μας δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή όσον αφορά το γιατί αποκαλούσαν τους Έλληνες της μεσαίας τάξης στη Τζια του ΙΗ΄ αιώνα, γενίτσαρους. Στο βιβλίο του Ιστορία της νήσου Κέας, Εν Αθήναις 1921, περιγράφοντας την ενδυμασία των κατοίκων της Τζιάς κατά τον ΙΗ΄ αιώνα ανάλογα με την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν, μας λέει για τη μεσαία τάξη : «Οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης ονομάζονταν μαυροβρακάτοι και γενίτσαροι επειδή φορούσαν μαύρα βρακιά και επειδή διέπρατταν αυθαιρεσίες».

Ας σταθούμε σ’ αυτό το τελευταίο, τις αυθαιρεσίες. Ο γενίτσαρος πράγματι ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε μέσα στην αυθαιρεσία. Οι ξένοι περιηγητές που επισκέπτονταν την Ελλάδα το 17ο και 18ο αιώνα, για να είναι πάντα ασφαλείς στην τουρκική επικράτεια έπαιρναν ως σωματοφύλακα από τις τουρκικές αρχές ένα γενίτσαρο. Αυτός τους προστάτευε από τους ληστές και ήταν υπεύθυνος να τους βρει κατάλυμα και τροφή. Έμπαινε σε όποιο σπίτι Έλληνα ήθελε και απαιτούσε φιλοξενία με το ζόρι και δωρεάν. Μπορούσε χωρίς να πληρώσει να πάρει το άλογο ενός χωρικού άσχετα αν ο νόμος το απαγόρευε και να μη δώσει λόγο σε κανένα. Αυτές και πολλές άλλες αυθαιρεσίες ήταν κοινό γνώρισμα των γενιτσάρων.

Ας δούμε τώρα εάν το έθιμό μας οι Μπούλες έχει σχέση με αυθαιρεσίες. Την περίοδο της τουρκοκρατίας όταν άρχιζε να βραδιάζει απαγορευόταν στους Έλληνες να κυκλοφορούν χωρίς φανάρι. Αν τους συναντούσε Τούρκος στο δρόμο το λιγότερο που θα πάθαιναν ήταν ένας άγριος ξυλοδαρμός. Αυτό βέβαια στην προεπαναστατική Νάουσα δεν ίσχυε τόσο λόγω των προνομίων που είχε αποκτήσει. Στα μάτια όμως των Τούρκων της Βέροιας και της γύρω περιοχής δεν έπαυε να είναι ένα αγκάθι. Μετά το 1822 σίγουρα είχαν αλλάξει τα πράγματα και μέσα στη Νάουσα, καθώς εγκαταστάθηκαν και Τούρκοι.

Αυθαιρεσία πρώτη. Οι Μπούλες φορώντας την κλεφταρματολική ενδυμασία περιφέρονταν όλη τη νύχτα χορεύοντας μέχρι το ξημέρωμα χωρίς φανάρια.

Αυθαιρεσία δεύτερη η προσωπίδα, που εμπόδιζε τους Τούρκους να ελέγχουν ποιοι είναι οι μασκαρεμένοι.

Αυθαιρεσία Τρίτη, η ενδυμασία του εθίμου.

Η ενδυμασία των τελεστών του εθίμου δηλαδή η κοντή φουστανέλα, το γιλέκι το μεϊτάνι, το σελιάχι, οι τοκάδες τα κιουστέκια, τα χαϊμαλιά, παραπέμπουν στη φορεσιά των κλεφταρματολών της Ρούμελης. Στην περιγραφή που κάνει ο λόγιος Κων/νος Ζήσιος της φορεσιάς των κλεφταρματωλών της Ρούμελης στο βιβλίο του «Νικοτσάρας, Εν Αθήναις 1889» οι ομοιότητες είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς.

Ο ιστορικός της Νάουσας Στουγιαννάκης αναφέρεται σε γενιτσαρικούς και κλέφτικους ομίλους. Είναι όμως πολύ πιθανόν, λέγοντας κλέφτικους ομίλους να αναφέρεται στις Μπούλες λόγω της ενδυμασίας που παραπέμπει στην κλεφταρματολική και με το γενιτσαρικούς ομίλους να εννοεί τα «τουρκάκια» ή και κάποιο μπουλούκι ντυμένο με γενιτσαρικές στολές πράγμα που συνηθίζονταν τις αποκριές.

Η πιο γοητευτική για τους Έλληνες αποκριάτικη εκδήλωση ήταν να μασκαρεύονται σε βοεβόδες, γενίτσαρους, μπέηδες, καδήδες και άλλους Τούρκους αξιωματούχους και να παρελαύνουν στους δρόμους με τους ακολούθους τους ντυμένους επίσης τούρκικα. Ειδικά στη Νάουσα μέχρι και τη δεκαετία του 1930 τις αποκριές ντύνονταν «Τουρκάκια».


Παρέα Ναουσαίων ντυμένοι Τουρκάκια. Αποκριές στη δεκαετία του 1920. Φωτ. αρχείο Χρήστου Ζάλιου


Άλλωστε κλέφτικους ομίλους με την αρματολική ενδυμασία που φορούν οι Μπούλες της Νάουσας (εάν αφαιρέσουμε την προσωπίδα και το ταράμπουλο), αναφέρει στη διπλανή μας Βέροια και ο ιστορικός της Αναστάσιος Χριστοδούλου.

Σε απόσπασμά του για το καρναβάλι της Βέροιας διαβάζουμε:

«Ή Βέροια έφημίζετο πάντοτε για τα εξαιρετικά καρναβάλια πού πα­ρουσίαζε κάθε χρόνο τις αποκριές, ιδίως κατά τους χρόνους της δου­λείας, κατά τους οποίους οι Βεργιώτες ξεφάντωναν στις Εθνικές εκδηλώσεις μέχρι παρεξηγήσεως. Παρέες διάφορες ντυμένοι με την δοξασμένη του αρμα­τολού φουστανέλα και τα επακόλουθα εξαρτήματα, πισλιά, τσαρούχια, σιάπκα, κάλτσες, βουδέτες και άφθονα ασημικά, περιέτρεχον την πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας Εθνικά άσματα. Τους αρματολούς και κλέφτες, τους οποίους εμείς αποκαλούσαμε «Καπεταναραίους», συνόδευαν όργανα εγχώρια. Οι οργανοπαίκτες καίτοι Τουρκόγιουφτοι, γνώριζαν εν τούτοις και τα Εθνικά μας τραγούδια, τα οποία ακούγονταν ευχάριστα όταν τα έπαιζαν». (Χριστοδούλου Εμμ. Αναστάσιος, Η Ιστορία της Βέροιας, σελ. 105, Μάρτιος 1960).

Για να αντιληφθούμε καλύτερα τη σημασία που είχε εκείνα τα χρόνια η ενδυμασία παραθέτω τα εξής : Φιρμάνι του 1806 καθόρισε με αυστηρότητα την ενδυμασία των ραγιάδων. Τους χώριζε σε τρεις τάξεις, κάθε τάξη είχε και τη δικιά της φορεσιά. Όσοι ανήκαν στην τρίτη τάξη δεν είχαν δικαίωμα να φορούν παπούτσια και κάλτσες, εκτός αν μετατάσσονταν στη δεύτερη πληρώνοντας ετήσιο φόρο 75 ή 100 γρόσια. Εκατό χρόνια πριν, το 1703, απαγορευόταν με φιρμάνι στους Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους σε όλη την επικράτεια να φορούν χρωματιστά ρούχα και κίτρινα παπούτσια καθώς και γούνες από κουνάβι, σαμούρι, ερμίνα, αστραχάν κλπ.

Και τέταρτη και πιο σοβαρή από όλες τις αυθαιρεσίες που παρουσίαζε το έθιμο ήταν η Πάλα, το γιαταγάνι. Οι Μπούλες γυρνούσαν στους δρόμους χορεύοντας οπλισμένοι.

Ο δάσκαλος και λόγιος της Νάουσας Σταύρος Χωνός γράφει σχετικά με το έθιμο, στην εφημερίδα «Νάουσα» στις 4-3-1928 : «Και τέλος η πάλα, η οποία έπαιζε και τον σπουδαιότερον ρόλον. Διότι οι Τούρκοι την πολυτελή αυτήν αμφίεσιν, έχουσαν πολλήν την ομοιότητα με την Αλβανικήν τουρκικήν ενδυμασίαν την ηνείχοντο, την πάλαν όμως όχι. Ο φανατικός και περήφανος Τούρκος βαρέως έφερε βλέπων τον ραγιάν να επισείη ενώπιόν του την πάλα και να την ρίπτη 8 και 10 μέτρα υψηλά και πηδώντας να την πιάνη. Όταν το 1897 κηρυχθέντος του πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το κανόνι βροντούσεν εις τα σύνορα, ο Καϊμακάμης Βερροίας με επιτελείον αξιωματικών ήλθεν εδώ δια να απαγορεύσουν την πάλαν. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, η πάλα ήστραψεν και πάλι. Όπου βαθέως εριζωμένο ήτο το παλαιόν ετούτο έθιμον, το οποίον οι κατά καιρούς άρχοντες της πόλεως εκθύμως υπεστήριξαν».

Προσωπική μου εκτίμηση είναι, ότι οι νέοι που ντύνονταν Μπούλες στο αποκριάτικο έθιμό μας, από κάποια περίοδο και μετά άρχισαν να αποκαλούνται και γενίτσαροι λόγω των πολλών αυθαιρεσιών που διέπρατταν τελώντας το τελετουργικό του εθίμου. Όλοι οι Ναουσαίοι γνωρίζουμε βέβαια ότι εκτός από αυτά που προαναφέρθηκαν, υπήρχαν και πολλά άλλα όπως οι επαναστάτες που πολλές φορές κρύβονταν κάτω από την προσωπίδα, τα χρήματα που μάζευαν για τον αγώνα, τα κλέφτικα και πατριωτικά τραγούδια που ενσωματώθηκαν στο έθιμο κλπ.

Σήμερα μετά από πολλά χρόνια, μπορούμε ίσως να δούμε καθαρότερα και να διατηρήσουμε την ονομασία Μπούλες η οποία χαρακτηρίζει στην κυριολεξία το έθιμό μας και να αποβάλουμε το γενίτσαρος, που μόνο μεταφορική έννοια μπορεί να είχε για όσους χρησιμοποιούσαν αυτόν τον όρο, καθώς τίποτα στο τελετουργικό του εθίμου μας δεν παραπέμπει στους γενίτσαρους της περιόδου της τουρκοκρατίας.




Βιβλιογραφία για το έθιμο Μπούλες

1. Αγοραστός Δημήτρης, «Οι Μπούλες πριν εξήντα χρόνια» περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 6, έτος 1979.

2. ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, τόμος τέταρτος τεύχος δεύτερον, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1980.

3. Αποστόλου Στέργιος, Οι Γενίτσαροι του τουρκικού στρατού και οι Μπούλες του Ναουσαίϊκου αποκριάτικου εθίμου, Έρευνα σε αλβανικές πηγές, Σύμμεικτα τ. Α΄ Μακεδονικές Μελέτες, Νάουσα, 1992.

4. Βαλσαμίδης Μανώλη, Οι ρυθμοί των τραγουδιών του δρώμενου «Μπούλες της Νάουσας», Νάουσα 2004.

5. Βαλσαμίδης Μανώλης, «Οι τοπικοί μας χοροί», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 5, έτος 1979.

6. Βαλσαμίδης Μανώλης, Οι Μπούλες της Νιάουστας, Σεμινάριο Μελίκης 2003.

7. Γαβριηλίδης Θωμάς, Γιανύτσαρος και Μπούλα (η ιστορία των ονομάτων), περιοδικό Νιάουστα τ.70-71.

8. Γκούτας Φ. Αχιλλέας, Η Νάουσα στον 19ο αιώνα, Θεσσαλονίκη 1999.

9. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα και στα Λεχαινά», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 73, έτος 1995.

10. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες υπάρχουν και στην Ηλεία», εφημερίδα Φωνή Ναούσης, 17/2/1996.

11. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι στην παλαιά Νάουσα», Φωνή Ναούσης 13/3/1955.

12. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι της Ναούσης άλλοτε και σήμερα», Φωνή Ναούσης 27/2/1955.

13. Δρανδράκης Λ., Ο αυτοσχεδιασμός στον Ελληνικό δημοτικό χορό, Αθήνα 1993.

14. Ένθετο από το CD του Λυκείου Ελληνίδων Αθηνών, «ΜΠΟΥΛΕΣ» ΝΑΟΥΣΑ ΗΜΑΘΙΑΣ.

15. Ζάλιος Χρήστος, Δημήτρης Βογιατζής ή Μήτρος Χαϊβάνος (1870-1942), ο πρώτος Ναουσαίος ζουρνατζής, εφημ. Νέοι Καιροί, 17/2/2007.

16. Ζάλιος Χρήστος, Η ιστορία του καρναβαλιού μας, εφημ. νέο Βήμα, 16/2/2007.

17. Ζάλιος Χρήστος, Οι Μπούλες της Νάουσας, εφημ. ΛΑΟΣ Βέροιας 11/2/2007 και 17-18/2/2007.

18. Ζιώτας Μ. Θεόδωρος. Οι Μπούλες της Νάουσας, Νάουσα 2003.

19. Κουκούλος Ι. Γ., ΟΙ ΜΠΟΥΛΕΣ, εφημ. ΝΑΟΥΣΑ, 26-2-1928.

20. Λύκειο των Ελληνίδων Βέροιας, ΗΜΑΘΙΑ ΕΡΑΤΕΙΝΗ, Βέροια 2003.

21. Μελίκης Γιώργης, Ένθετο από το CD Ζουρνάδες και νταούλια, σελ.5.

22. Μπάϊτσης Τάκης, «Κωσταντούλης ο λαϊκός ποιητής της Νιάουστας - Οι Μπούλες στη Θεσσαλονίκη το 1909», Νάουσα 1982.

23. Μπάϊτσης Τάκης, Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας, Θεσσαλονίκη 2001.

24. Νίκου Κ., Αποκριάτικο άλμπουμ με αναμνήσεις του Τρυφ. Χατζητρύφων, περ. Νιάουστα, τ.2, σελ.20.

25. Σαμαρά Χ. Θάλεια, Μπούλιες, Στον Μακεδονικό Αγώνα, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Θεσσαλονίκη 1969.

26. Σούγγαρης Κωσταντούλης, Αποκρεά εις την Νάουσαν, εφημ. ΝΑΟΥΣΑ, 4-3-1928.

27. Σπάρτσης Νικόλαος, Αντέτχια στη Νιάουστα, Νάουσα 2003.

28. Στουγιανάκης Ευστάθιος, Ιστορία της πόλεως Ναούσης, Εν Εδέσση 1924.

29. Στράτου Ν. Δόρα, Ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί, σελ. 85-88, Αθήνα 1976.

30. Τεγόπουλος-Φυτράκης, Ελληνικό λεξικό, Αθήνα 1993.

31. ΥΠΕΡΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Εκδόσεις Παγουλάτου, Αθήνα.

32. Χριστοδούλου Εμμ. Αναστάσιος, Η Ιστορία της Βέροιας, σελ. 105, Μάρτιος 1960.

33. Χωνός Σταύρος, «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ», εφημερίδα «Νάουσα» 4/3/1928, γράφει με το ψευδώνυμο ΑΜΕΡΟΛΗΠΤΟΣ.

Χρήστος Ζάλιος

Καθηγ. Φυσικής Αγωγής

Νάουσα

ΤΑ ΡΟΥΓΚΑΤΣΙΑ ΣΤΑ ΛΕΥΚΑΔΙΑ ΑΝΘΕΜΙΩΝ


Γράφει ο Ζάλιος Χρήστος


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Φωνή Ναούσης» στις 16-10-2004


Τα Ρουγκάτσια είναι ένα από τα ωραιότερα έθιμα που συναντάμε στο νομό μας κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου. Σκοπός της τέλεσης του εθίμου ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την συντήρηση ενός παλιού ναού ή για την ανέγερση ενός νέου. Τη σχετική απόφαση έπαιρναν ο ιερέας με τους προύχοντες του χωριού. Γινόταν μια επιτροπή η οποία φρόντιζε για τις παραδοσιακές στολές (φουστανέλες και ξύλινα σπαθιά) καθόριζε τον αρχηγό και τα άτομα που θα αποτελούσαν την ομάδα των χορευτών καθώς και τα χωριά ή τις πόλεις που θα επισκέπτονταν για τον έρανο. Την ομάδα των χορευτών συνόδευε ζυγιά από δύο ζουρνάδες και νταούλι.

Σήμερα είναι ένα έθιμο που έχει αναβιώσει στα περισσότερα χωριά του Ρουμλουκιού.

Στα δικά μας χωριά (Νάουσας-Ανθεμίων) όμως αν και παλιότερα όποτε υπήρχε ανάγκη εράνου για εκκλησία ή σχολείο τελούνταν, σήμερα έχει εγκαταλειφθεί τελείως σαν έθιμο.

Στα Λευκάδια το 1953 δημιουργήθηκε επιτροπή εράνου για την ανέγερση νέου ναού της Αγ.Παρασκευής. Αρχηγός της ομάδας που δημιουργήθηκε ορίστηκε ο Αντώνης Φουδούλης ο οποίος ανέλαβε και τη διδασκαλία των χορών στα νέα παιδιά που συμμετείχαν. Τα Λευκάδια έβγαλαν Ρουγκάτσια για τον έρανο τρεις συνεχόμενες χρονιές από το 1953 έως το 1956. Την πρώτη χρονιά το 1953 το γκρουπ βγήκε για έρανο στη Νάουσα. Η φωτογραφία που βλέπουμε είναι μπροστά στο 1ο δημοτικό σχολείο Νάουσας.


Η φωτογραφία είναι από τον έρανο του 1953 μπροστά στο 1ο δημοτικό σχολείο Νάουσας


Τα όργανα που συνόδευαν την πρώτη εξόρμηση το 1953 ήταν ο ντόπιος Λευκαδιώτης ζουρνατζής Κώτσιος Φουδούλης (1911-1981), ο νέος τότε ζουρνατζής (18 χρονών) Βαγγέλης Ψαθάς και ο Πέτρος Λογδανίδης νταούλι.

Τα ονόματα αυτών που συμμετείχαν στο γκρούπ είναι:

Φουδούλης Αντώνιος, Δρενοβιάδης Θεόδωρος, Καϊσίδης Σπυρίδων, Ιωάννου Ιωάννης, Ορδουλίδης Αντώνιος, Δημητρούσης Ιωάννης, Δημητρούσης Χρήστος, Τομπουλίδης Δημήτριος, Θεοδωρίδης Ιωάννης, Ευθυμιάδης Δημήτριος.

Οι μετακινήσεις της ομάδας γίνονταν με τα πόδια και είχαν μαζί τους ένα κάρο για να κουβαλάνε τα γεννήματα και ότι άλλο τους δώριζαν από τα σπίτια που πήγαιναν. Όλη τη μέρα χορεύανε από σπίτι σε σπίτι και διανυκτερεύανε σε όποιο χωριό τους νύχτωνε. Χορεύανε κυρίως ντόπιους χορούς αλλά και ποντιακούς όταν επισκέπτονταν σπίτια ποντίων. Την επόμενη χρονιά άλλο γκρουπ πήγε στα γύρω χωριά, Χαρίεσα, Επισκοπή, Μαρίνα, Κοπανό, Πολυπλάτανο, Αγγελοχώρι, Ζερβοχώρι. Την Τρίτη χρονιά το γκρουπ κατά την αφήγηση του Κώστα Δημητρούση ο οποίος και συμμετείχε, έφτασε μέχρι Μονόσπιτα, Καβάσιλα, Σταυρό, Σκυλίτση, Λυκογιάννενα.

Από τότε το χωριό δεν φαίνεται να ξαναβγήκε για Ρουγκάτσια και το έθιμο σχεδόν ξεχάστηκε! Αξιοσημείωτο είναι ότι τα χρόνια αυτά που το χωριό βγήκε για ρουγκάτσια, το μπουλούκι αποτελούνταν από εντόπιους και πόντιους χορευτές.

Ο Πολιτιστικός σύλλογος Λευκαδίων είναι ένας αξιόλογος σύλλογος με αρκετές δραστηριότητες. Διατηρεί δύο χορευτικά τμήματα, ποντιακό και εντόπιο που συμμετέχουν σε πολλές εκδηλώσεις. Είναι δε φημισμένες οι αυγομαχίες που γίνονται στη γιορτή του Πάσχα με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου και μόνιμη πλέον τηλεοπτική κάλυψη.

Θα ήταν ευχής έργον να γίνει αναβίωση του εθίμου «Ρουγκάτσια ή Ρουγκατσιάρι» και να ενταχθεί και αυτό στις γιορταστικές εκδηλώσεις του χωριού κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου όπως συμβαίνει και στα χωριά του Ρουμλουκιού.

Οι πληροφορίες προέρχονται από επιτόπια έρευνα του Χρήστου Ζάλιου στα χωριά της Νάουσας.

Ζάλιος Χρήστος

Καθηγητής Φυσ. Αγωγής

Νάουσα